Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2009

Θεοκρισία στον Κορινθιακό

΄Ηταν Ιούνιος μήνας του έτους 1402, ο ήλιος δεν είχε φανεί ακόμη, τα τελευταία αστέρια της νύχτας ετοιμάζονταν να παραχωρήσουν τη θέση τους στο άστρο της ημέρας και ο Βενετός έμπορος Τζουζέπε Κονταρίνι, στητός πάνω στο άσπρο του άλογο, άφηνε πίσω του την Πάτρα με κατεύθυνση τη Βοστίτσα.
΄Ηταν τέσσερα χρόνια τώρα που ζούσε σ’ αυτή την όμορφη πόλη της Βορειοδυτικής Πελοποννήσου κι αποτελούσε σημαντικό μέλος, έτσι ήθελε τουλάχιστον να πιστεύει, της Ιταλικής και ιδιαίτερα της Βενετσιάνικης παροικίας. Διηύθυνε με επιτυχία τις εργασίες του εμπορικού οίκου που είχε δημιουργήσει από τετραετίας με τον ξάδελφό του Ντιονίζιο Σοράντσο και που είχε ως κύριο έργο του το εμπόριο του βαμβακιού. Αυτός στην Πάτρα κι ο Ντιονίζιο στη Δαμασκό κι όλα πήγαιναν καλά ως εκείνη τη στιγμή. Τα κέρδη της επιχείρησης ήταν ικανοποιητικά, του επέτρεπαν κάποια επί πλέον έξοδα που αύξαιναν το κύρος του και το σπουδαιότερο, ο σεβασμός των συμπολιτών του προς το πρόσωπό του υψηλός, τον γέμιζε ικανοποίηση και αισθανόταν πλήρης κι ως ένα σημείο ευτυχισμένος. Ιδιαίτερα αυτή τη στιγμή.
Το μόνο κενό που υπάρχει αυτή τη στιγμή και του βασανίζει συνέχεια τη σκέψη, η γυναίκα, η έλλειψή της, αλλά πού θα πάει, θα βρεθεί κι αυτή, θα γεμίσει το κενό κι όλα θα είναι τέλεια. ΄Ετσι θέλει να ελπίζει. ΄Αλλωστε, τον τελευταίο καιρό κάτι έχει αρχίσει και κινείται σ’ αυτό το θέμα που ελπίζει να έχει αίσιο τέλος γι’ αυτόν. Για την ακρίβεια, έριξε το βλέμμα του, τόλμησε και το έκανε, στην πανέμορφη κόρη του σινιόρ Γκαετάνο Σάνκτις, του μεγαλέμπορου των μεταξωτών, παρόλο που .ήταν αρκετά μικρότερή του.
- Τι σημασία έχει, μονολογεί, δεν θα είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που θα το κάνει. Εξάλλου, η προίκα που θα της δώσει ο πατέρας της είναι τεράστια. Δεν έχει κι άλλο παιδί, μονάκριβη την έχει.
Στο σημείο αυτό μελαγχόλησε. Φοβάται μήπως δεν τον θέλουν. Κάποιες κουβέντες που άκουσε μάλιστα πρόσφατα στα γραφεία της παροικίας τον θορύβησαν κάπως, δεν βρήκε όμως τον χρόνο να τις διερευνήσει. Του είπαν ότι την πονούσε το δόντι της για το γιο του μεγάλου ναύαρχου του στόλου, που τούτο τον καιρό υπηρετούσε ως υπασπιστής του καπετάνιου του κόλπου κι ότι κι αυτός ανταποκρινόταν. Μάλιστα στον χθεσινό χορό είχε σχεδόν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της ο νεαρός αυτός μέχρι σκανδάλου και κανείς από την οικογένεια δεν προσπάθησε να την συγκρατήσει και να κρατήσουν κάπως τα προσχήματα.
- ΄Όταν γυρίσω πρέπει να το διερευνήσω αμέσως το θέμα, μονολογεί, γιατί, όσο καθυστερούμε, η κατάσταση γίνεται επικίνδυνη.
Πηγαίνει στη Βοστίτσα, λοιπόν, ο σινιόρ Τζουζέπε για να δει με τα ίδια του τα μάτια το προϊόν, που το καλλιεργούσαν εκείνα τα χρόνια στην περιοχή αυτή, στη στενή παραθαλάσσια λωρίδα της Αχαΐας, για να ενημερώσει στη συνέχεια τον ξάδελφό του στη Δαμασκό για την ποσότητα και κυρίως για την ποιότητα ώστε να προγραμματίσουν με ακρίβεια τις δουλειές του εμπορικού τους οίκου, ανάλογα με τα διαφαινόμενα κέρδη. Το βαμβάκι ήταν ένα πολύ αγαπητό προϊόν για τους Αραβικούς πληθυσμούς της Μέσης Ανατολής, γιατί το χρησιμοποιούσαν στη δημιουργία δροσερών και μαλακών ενδυμάτων, απαραίτητων για την αντιμετώπιση της μεγάλης ζέστης που επικρατεί στην περιοχή αυτή. Συνεπώς, τους άφηνε μεγάλα κέρδη το εμπόριό του και η ποιότητα αύξαινε πάντα τις τιμές.
Χαράματα σηκώθηκε ο σινιόρ Τζουζέπε κι ένιωθε αρκετά κουρασμένος και μ’ ένα πονοκέφαλο που τον βασάνιζε κάθε φορά που έπινε περισσότερο από όσο άντεχε ο οργανισμός του. Δεν θέλησε όμως να αναβάλλει το προγραμματισμένο ταξίδι. Γενικά απεχθανόταν τις αναβολές, τις κάθε είδους αναβολές. «΄Αμα δεν θες να κάνεις κάτι, ανάβαλέ το», έλεγε πολύ συχνά στους συνομιλητές του, «τότε θα το ξεχάσεις γρήγορα και θα γλιτώσεις».
Είχε πάρει μέρος στη μικρή γιορτή που οργάνωσε την προηγούμενη νύχτα η διοίκηση της παροικίας για την υποδοχή και φιλοξενία του καπετάνιου του κόλπου που εκείνες τις ημέρες θα τις περνούσε στην Πάτρα και στη θάλασσα που χωρίζει την Πελοπόννησο απ’ την υπόλοιπη Ελλάδα, επιθεωρώντας καθημερινά λιμάνια και ναυτικές εγκαταστάσεις ή οχυρά που ανήκαν στη Γαληνότατη Δημοκρατία τους, φροντίζοντας παράλληλα και για την ασφάλεια των θαλασσινών εμπορικών δρόμων.
Αποτελούσε μεγάλη τιμή για κάθε Βενετό της Πάτρας η συμμετοχή του στη γιορτή και ιδιαίτερα για τον σινιόρ Τζουζέπε, ο οποίος είχε ζητήσει μάλιστα από τον καπετάνιο να τον φιλοξενήσει ο ίδιος στην κατοικία του, κάτι που εκείνος αρνήθηκε ευγενικά Στην πραγματικότητα είχε προλάβει άλλος, του είπε ο πρόεδρος της συντεχνίας των εμπόρων, ο κύριος ανταγωνιστής του σινιόρ Τζουζέπε και του οίκου του.
- Δεν βαριέσαι, μονολόγησε, κάτι που το έκανε πολλές φορές, όταν βρισκόταν σε μοναχικά ταξίδια, ίσως για να ακούει τη φωνή του και να έχει την ψευδαίσθηση της συντροφιάς, σε μένα θα τρέξουν πάλι, όταν τα βρούνε σκούρα, γιατί ο σινιόρ Τιβάλντο είναι ένας τσιγκούνης του κερατά. Σε λίγο θα νιώσουν όλοι το δάγκωμα από τα καβούρια που φυλάει στις τσέπες του.
Είχε ξεκινήσει χαράματα από την Πάτρα, πριν φανεί ακόμα ο ήλιος στον ορίζοντα που τώρα βρισκόταν ψηλά, τραβώντας σιγά σιγά προς τη δύση του και ολοκληρώνοντας έτσι με απόλυτη ακρίβεια το καθημερινό του δρομολόγιο. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη, ο ίδρωτας ποτάμι που αυλάκωνε το πρόσωπό του, το κεφάλι του κόντευε να σπάσει. Στο βάθος φαινόταν τώρα η Βοστίτσα με το κάστρο της που πρόσφατα είχαν επισκευάσει οι αυτοκρατορικοί τεχνίτες της Κωνσταντινούπολης. Αριστερά του η θάλασσα, φαινόταν κι αυτή σαν πυρπολημένη από τον ήλιο, ακύμαντη.
- Πολύ ζεστό τούτο το καλοκαίρι, σκέφτηκε. Πολύ νωρίς άρχισε φέτος. Ο Θεός να με βγάλει ψεύτη αλλά δεν θα μας βγει σε καλό!
Σούρουπο πια, όταν έφτασε στη Βοστίτσα. Εξασθενημένος, κατάκοπος, κατευθύνθηκε προς το αρχοντικό του ΄Ελληνα άρχοντα του τόπου, του Γεωργίου Τριπολίτη, με τον οποίο τον συνέδεε μακρόχρονη φιλία, από τότε σχεδόν που εγκαταστάθηκε στην περιοχή για τις πιεστικές ανάγκες του εμπορικού τους οίκου και χτύπησε την πόρτα του.
Με τον ΄Ελληνα δημιούργησε φιλία από την πρώτη στιγμή που συναντήθηκαν. Κέρδισαν αμέσως ο ένας την εμπιστοσύνη του άλλου. ΄Ηταν άλλωστε ευθύς τύπος, πάντα έλεγε στα ίσια τη σκέψη του αδιαφορώντας για τις συνέπειες κι αυτό του είχε δημιουργήσει κάποιες φορές προβλήματα στις σχέσεις του με τη γραφειοκρατία της αυτοκρατορίας, αυστηρός στα ήθη, σκληρός στις αποφάσεις του, ιδιαίτερα σ’ αυτές που είχαν σχέση με θέματα ηθικής και τάξης, αλλά αυτά όλα στην πραγματικότητα δεν ενδιέφεραν καθόλου τον σινιόρ Τζουζέπε. «Η δουλειά να γίνεται», σκεφτόταν κάθε φορά που βρισκόταν στην πόρτα του άρχοντα, «όλα τ’ άλλα δεν μας αφορούν».
Ο Τριπολίτης του είχε φανεί χρήσιμος σε πολλές περιπτώσεις και γι’ αυτό είχε μεγάλη αξία η φιλία μαζί του. Την προηγούμενη χρονιά μάλιστα, που υπήρξε πρόβλημα συλλογής του βαμβακιού από έλλειψη εργατικών χεριών λόγω μιας πειρατικής επιδρομής των Βερβερίνων στα παράλια, από όπου συγκέντρωσαν για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής το μεγαλύτερο μέρος του ντόπιου πληθυσμού, του είχε παραχωρήσει, με το αζημίωτο φυσικά, αυτό να λέγεται, τους υπηρέτες και τους πάροικους που του ανήκαν κι έτσι σώθηκε το σύνολο σχεδόν ης παραγωγής και τα μεγάλα κέρδη των Βενετών. Για εφέτος πάλι βλέπει ότι δεν θα υπάρξει πρόβλημα γιατί ο άρχοντας επέτρεψε σ’ ένα μικρό και φιλήσυχο Αλβανικό φύλο να εγκατασταθεί στην περιοχή του κι έτσι τα εργατικά χέρια ήταν εξασφαλισμένα.
Σούρουπο, λοιπόν, της ίδιας μέρας βρέθηκε έξω από το κάστρο της Βοστίτσας και περιεργαζόταν, μέχρι να μπει μέσα και να συναντήσει τον φίλο του, δυο άτομα που βρίσκονταν αλυσοδεμένα δεξιά και αριστερά της πύλης, γυμνά και σε άθλια κατάσταση, έναν άντρα απροσδόκητης ηλικίας και μια νεαρή γυναίκα εκπάγλου ομορφιάς. Το κρύο της νύχτας και η αφόρητη ζέστη της ημέρας και τα δεσμά ποιος ξέρει πόσων ημερών τους είχε καταπονήσει πραγματικά.
- Κάποιο σοβαρό αδίκημα ηθικής θα διέπραξαν, σκέφτηκε ο Βενετσιάνος και χαμογέλασε, γιατί γνώριζε την αυστηρότητα του φίλου του σε τέτοια θέματα. Αλλά μια τόσο όμορφη γυναίκα…, μονολόγησε και κάρφωσε τα λάγνα μάτια του πάνω της για να την θαυμάσει. Θα μάθω αργότερα τι ακριβώς συμβαίνει.

-------------------

Ο άρχοντας του επεφύλαξε λαμπρή υποδοχή. Διέταξε τους υπηρέτες να πάρουν αμέσως το άλογό του και να το περιποιηθούν στους ευρύχωρους στάβλους που διέθετε το αρχοντικό, όπως ακριβώς ταιριάζει σε άλογα φίλων του και τον ίδιο, αφού του στρώσουν καθαρά σεντόνια στο μεγάλο ξενώνα, να τον πάνε στο λουτρό για να πλυθεί και να φρεσκαριστεί και μετά να τον αφήσουν να ξεκουραστεί για όση ώρα επιθυμούσε ο ίδιος. ΄Ετσι κι έγινε, όπως διέταξε ο άρχοντας.
΄Όταν αποφασίσει πώς έχει ξεκουραστεί αρκετά από τον μακρύ δρόμο του ταξιδιού του, τότε θα τον περιμένει με το καλό για ένα εξίσου λαμπρό δείπνο και γλέντι για όσο αντέξουν. Ο σινιόρ Τζουζέπε γνώριζε εκ πείρας τι σήμαινε αυτό γιατί είχε συμμετάσχει κι άλλες φορές στο παρελθόν σε ολονύχτια γλέντια στο αρχοντικό του Τριπολίτη. Τις ημέρες αυτές μάλιστα φιλοξενούσε, όπως του είπε νωρίτερα, και μια μεγάλη ομάδα ταχυδαχτυλουργών και σαλτιμπάγκων από την Κροατία και θα τους ζητούσε να δώσουν απόψε την καλύτερη παράστασή τους προς τιμήν του φίλου του.
Η νύχτα του, λοιπόν, προμηνυόταν και αποδείχτηκε ως ένα σημείο ευχάριστη. Τα φαγητά εξαίσια, το κρασί θαυμάσιο, ήταν μια πολύ χρονιά η προηγούμενη που έδωσε πολύ υψηλή ποιότητα στα κρασιά της περιοχής και η παράσταση στο τέλος τους έδωσε κέφι και ευθυμία. Αν του έδινε, όταν θα αποχωρίζονταν τα βαθιά χαράματα για ύπνο, και μία από τις παλλακίδες του για να ολοκληρώσει τη χαρά του, τότε το ταξίδι μέχρι εδώ θα ήταν τέλειο.
Στο μεταξύ ήρθε και η ώρα της συζήτησης. Εξήγησε στον φίλο του τον λόγο της αποψινής επίσκεψής του, λογάριαζε μάλιστα σε δυο τρεις μέρες να έχει κατορθώσει να γυρίσει όλα τα χωράφια, τόσος χρόνος του χρειάζεται συνήθως, αν και εφέτος η παραγωγή πρέπει να είναι λίγο μεγαλύτερη, να ελέγξει όλη την ποσότητα αλλά και την ποιότητα του βαμβακιού που θα παραγόταν σε λίγους μήνες ώστε να ενημερώσει ύστερα με την ησυχία του από την Πάτρα τον συνεταίρο του στη Δαμασκό.
Κόντευε να τελειώσει το δείπνο, οι πρώτοι καλεσμένοι άρχισαν να φεύγουν, λίγοι παρέμεναν ακόμη στην αίθουσα να σιγοπίνουν το κρασί τους και να συζητούν. Τότε θυμήθηκε τη σκηνή που αντίκρισαν τα μάτια του μόλις έφτασε στο κάστρο.
- Να σε ρωτήσω κάτι Γεώργιε, άνοιξε το θέμα ο σινιόρ Τζουζέπε κάπως διστακτικά. Τι έκαναν οι δυο ταλαίπωροι που έχεις δέσει έξω από το κάστρο, ο άντρας και η γυναίκα εννοώ, δεξιά και αριστερά της κεντρικής πύλης;
- Τι έκαναν; ΄Όταν θα το εξακριβώσω πλήρως θα σου πω, αποκρίθηκε κάπως απότομα ο άρχοντας. Τους έπιασαν τον έναν πάνω στην άλλη γυμνούς, αλλά εδώ είναι το πρόβλημα, η γυναίκα ισχυρίζεται ότι τη βίαζε κι ο άντρας, ένας ληστής που τον ψάχναμε από καιρό, ότι του δόθηκε με τη θέλησή της κι έτσι δεν χρειάστηκε να ασκήσει βία. ΄Όχι πως δεν θα το έκανε βέβαια! Είναι όμως και οι δύο πειστικότατοι και δεν ξέρω ποιον να πιστέψω τελικά.
- Μπορεί να έχουν δίκιο και οι δύο, παρατήρησε ο επισκέπτης, χαμογελώντας περίεργα.
- Και οι δύο; Μα πώς;
- Μα είναι απλό, αποκρίθηκε ο σινιόρ Τζουζέπε. Η πράξη έγινε, αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς, ΄Ετσι δεν είναι;
Ο άρχοντας κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
- Το πρόβλημα είναι τώρα τι ακριβώς έγινε! Αν άσκησε βία ο άντρας λόγω της σωματικής του ρώμης, τότε είναι βιασμός, αν η γυναίκα όμως το επεδίωξε με κάποιο τρόπο, το ζήτησε ή, το σπουδαιότερο, δεν αντιστάθηκε καθόλου, τότε δεν είναι βιασμός αλλά απλή συνουσία.
Ο άρχοντας τον κοίταγε έκπληκτος με τα μεγάλα στρογγυλά μάτια του, στα οποία άρχισε ήδη να διαφαίνεται ένα αδιόρατο ακόμη ίχνος θαυμασμού. ΄Ηταν φυσικό άλλωστε να νιώθει έτσι γιατί πάντοτε θαύμαζε και εκτιμούσε, από τότε που τον γνώρισε, την οξυδέρκεια και τη βαθύτητα της σκέψης του, την ποικιλία των γνώσεων που διέθετε και τις σοφές συμβουλές που του έδινε κατά καιρούς.
- Είσαι νομικός Τζουζέπε; Τον ρώτησε.
- ΄Όχι ακριβώς. ΄Εχω διδαχτεί όμως τη νομική επιστήμη για δύο χρόνια στην Παβία, όταν ήμουνα παιδί, αλλά δεν ολοκλήρωσα ποτέ τις σπουδές μου γιατί πέθανε ο πατέρας μου κι έπρεπε να δουλέψω για να συντηρήσω την οικογένειά μου. ΄Όμως έμαθα πολλά.
- Αυτό βλέπω κι εγώ. Αύριο το πρωί θα εξετάσω το ζήτημα με αυτό τον τρόπο, τον διαβεβαίωσε ο άρχοντας, τώρα είναι πολύ αργά.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του και ενώ ο Βενετός ετοιμαζόταν να του ζητήσει να είναι ελαστικός απέναντι στη γυναίκα κι αν είναι δυνατόν να την παραδώσει σ’ εκείνον, θα του πληρώσει την αξία της άλλωστε, δεν πρόλαβε ν’ ανοίξει κι αυτός το στόμα του κι ένας σεισμός, τρομερός σε δύναμη συγκλόνισε τα πάντα, σαν να προσπαθούσε να ξεθεμελιώσει τη Γη ένας πανίσχυρος γίγαντας. Πετάχτηκαν αμέσως έξω. Αυτό που αντίκρισαν τα μάτια τους ήταν εξίσου συγκλονιστικά: σπίτια γκρεμισμένα, άνθρωποι νεκροί ή τραυματίες, ζώα καταπλακωμένα στους στάβλους και παντού ο πανικός που, ως κακός δάσκαλος, οδηγούσε τους αδύναμους στην καταστροφή τους.
Ο άρχοντας μέτρησε με το μάτι του το μέγεθος της καταστροφής. Ανυπολόγιστο. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία του, όπως ταίριαζε άλλωστε σε άνθρωπο με το αξίωμα και τις ευθύνες τις δικές του. ΄Εδωσε εντολή να τρέξουν όλοι και να βοηθήσουν όσους χρειάζονται βοήθεια και περίθαλψη και να μην λυπηθούν τα έξοδα. Ο ίδιος, με τους πιο στενούς του φίλους και συνεργάτες, ξαναμπήκε μέσα στ’ αρχοντικό του που, ευτυχώς, δεν είχε πάθει τίποτα, ήταν πολύ γερή κατασκευή, φαίνεται, γιατί σε τέτοιο σεισμό τι μπορεί ν’ αντέξει;
Κάμποση ώρα ήταν όλοι αμίλητοι, σκέφτονταν την καταστροφή, τον σεισμό. Κανείς δεν θυμόταν ποτέ τόσο δυνατό και τόσο καταστροφικό. Και δεν ήταν παιδάκια, μερικοί είχαν πολλά χρόνια στην πλάτη τους.
Θα είχε περάσει μία ή δύο ώρες, κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει με ακρίβεια, ίσως και τρεις, όταν ένα βουητό ακούστηκε από μακριά που, όσο πλησίαζε προς το κάστρο, τόσο δυνάμωνε και κάλυπτε τα πάντα με τον τρομακτικό του ήχο. Οι συνδαιτυμόνες, όσοι είχαν απομείνει, κοιτούσαν ο ένας τον άλλον με απορία και με τρόμο, αναλογίζονταν τι άλλο τους επεφύλασσε η νύχτα και, όπως ήταν φυσικό, κανείς τους δεν μπορούσε να δώσει μια πειστική απάντηση για το τι γινόταν και προπάντων μια πειστική εξήγηση.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε με δύναμη η πόρτα κι ένας στρατιώτης, από αυτούς που βρίσκονταν ψηλά πάνω στον πύργο κι ερευνούσαν με τα μάτια τους τον τόπο ως πέρα μακριά, ως την απέναντι ακτή της Κεντρικής Ελλάδας για να δουν μήπως φανεί καράβι εχθρικό με κατεύθυνση την πόλη τους, οπότε έπρεπε να ειδοποιήσουν αμέσως τον άρχοντα για να αναλάβει τα δέοντα, σωριάστηκε μπροστά τους πασχίζοντας να μιλήσει αλλά το λαχάνιασμα από το τρέξιμο και ο φόβος τον εμπόδιζαν να μιλήσει όσο γρήγορα θα το ήθελε.
- ΄Ένα κύμα άρχοντα, ψέλλισε, ένα κύμα…
- Λέγε στρατιώτη γρήγορα τι συμβαίνει; Αγρίεψε ο Τριπολίτης.
- ΄Ένα κύμα, συνέχισε, σαν να μην είχε σταματήσει ποτέ και αφού πήρε βαθιά ανάσα, ένα τεράστιο κύμα βγήκε από τη θάλασσα και έρχεται κατά δω και καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμά του. Στο τέλος θα μας σκεπάσει όλους!
- Μα τι λες, τι κύμα; Μπορεί τέτοιο κύμα, πήγε να συνεχίσει ο άρχοντας αλλά τον διέκοψε αμέσως ο σινιόρ Τζουζέπε, που κατάλαβε αμέσως τι συνέβαινε.
- Είναι παλιρροϊκό Γεώργιε, αλλά δεν νομίζω ότι μπορεί να φτάσει ως εδώ, είμαστε πολύ ψηλά κι αν φτάσει τελικά θα είναι εξασθενημένο. Ας βγούμε όμως έξω από το αρχοντικό, για καλό και για κακό, να δούμε με τα ίδια μας τα μάτια την κατάσταση.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια του κι ένας τεράστιος κρότος ακούστηκε, το κτίριο κουνήθηκε συθέμελα, σαν να το είχε χτυπήσει νέος ισχυρός σεισμός αλλά ευτυχώς, δεν φάνηκε να έπαθε τίποτα εκείνη τη στιγμή, το χτύπημα ήταν άλλωστε στα εξωτερικά τείχη που τα γκρέμισε και μπήκε εξασθενημένο μέσα, όπως ακριβώς το προέβλεψε ο σινιόρ Τζουζέπε, σκεπάζοντας τα πάντα στο πέρασμά του.
Φοβισμένοι όλοι σταυροκοπιόνταν, ζητώντας βοήθεια από τον Μεγαλοδύναμο. Ο κάτω όροφος του αρχοντικού είχε ήδη πλημμυρίσει, ψάρια επέπλεαν παντού, ανακατεμένα με ανθρώπους και ζώα, ο πάνω, όπου πρόλαβε και έγινε το δείπνο, είχε μείνει σχεδόν ανέπαφος. Σε λίγο όλοι είχαν κυριευτεί από πανικό με τα όσα θαυμαστά έβλεπαν τα μάτια τους και αλλόφρονες άρχισαν να τρέχουν δεξιά κι αριστερά για να σωθούν, χωρίς να ξέρουν όμως πώς. ΄Ετσι χάθηκαν πολλοί απ’ τους κατοίκους της Βοστίτσας εκείνη τη νύχτα, άλλοι πνιγμένοι στο νερό, άλλοι ποδοπατημένοι, μέσα στον πανικό τους, από ζώα και ανθρώπους κι άλλοι που τους πήρε το ίδιο το κύμα και τους εκσφενδόνισε με την τεράστια δύναμή του πάνω στα τείχη και τους τοίχους.
Ο άρχοντας προσπάθησε για μιαν ακόμη φορά να κρατήσει την ψυχραιμία του, γιατί ήταν απαραίτητη στην αντιμετώπιση της κατάστασης, όπως είχε διαμορφωθεί και μετά το παλιρροϊκό κύμα και τη φονική του επέλαση. ΄Εβαλε αμέσως τις φωνές γιατί πίστευε πως μόνο έτσι θα μπορούσε να τους συγκρατήσει και παράλληλα να ενθαρρύνει και τον εαυτό του που πήγαινε να παραλοήσει.
- Ησυχάστε, φώναξε με τη βροντερή φωνή του, τώρα που φαίνεται ότι ηρεμούν τα πράγματα, να δούμε τι θα κάνουμε και πώς να βοηθήσουμε τους άλλους που το έχουν τόσο ανάγκη, εμείς καλά είμαστε εδώ, το κτίριο είναι γερό και δεν έπαθε τίποτα και όσα είναι εδώ τριγύρω, να δούμε όμως τα άλλα τι απογίνανε, τα χαμόσπιτα και οι καλύβες των χωρικών που είναι στην πλαγιά και στην πεδιάδα.

--------------------------------

Σε λίγο άρχισε να ξημερώνει. Η εικόνα που αντίκρισαν όλοι βγαίνοντας από το αρχοντικό του Τριπολίτη, παρόλο που τα νερά είχαν ήδη αποσυρθεί, ήταν τρομακτική, τόσο που καμία συγγραφική γραφίδα δεν μπορεί να περιγράψει.
Μια καταστροφή, σαν αυτές που περιγράφει η Βίβλος, αντίκρισαν τα μάτια τους. Τα πάντα ερειπωμένα, τα σπίτια, οι στάβλοι, οι αποθήκες, οι καλύβες των χωρικών, όλα και πτώματα παντού, που θα έπρεπε να συλλεγούν αμέσως, ψάρια νεκρά όλων των ειδών και άλλα που σπαρταρούσαν ακόμα στις μικρές λιμνούλες με θαλασσινό νερό που σχηματίστηκαν τη νύχτα με την επέλαση του φοβερού κύματος, που κάποιοι είπαν ότι ήταν διακόσια μέτρα ψηλό κι απέναντι έφτασε μέχρι τα Σάλωνα.
Το τοπίο είχε αλλάξει πλήρως. Η θάλασσα ήταν πια πολύ κοντά στο λόφο του κάστρου τώρα, είχε καλύψει σχεδόν ολόκληρη την απόσταση από την παλιά παραλία ως εκεί, μια πολύ λεπτή λωρίδα στεριάς βρισκόταν πια ανάμεσά τους. Τα μεγάλα τείχη, σε όλο το μήκος τους, ήταν κι αυτά ερειπωμένα. Θα έπρεπε να ξαναχτιστούν το συντομότερο δυνατόν.
Τότε ήταν που κάποιος θυμήθηκε τους δυο δεσμώτες, τον ληστή και τη γυναίκα. ΄Ετρεξαν, όσο πιο γρήγορα γινόταν, ο άρχοντας μπροστά με τον σινιόρ Τζουζέπε Κονταρίνι, που δυσκολευόταν αρκετά, και πίσω η ακολουθία, εκεί που μέχρι χθες βρισκόταν η μεγάλη πύλη του κάστρου και είδαν τον άντρα νεκρό, μ’ ένα μυτερό κλαδί καρφωμένο στο στήθος του και η γυναίκα άφαντη. ΄Ηταν προφανές ότι, με κάποιο τρόπο που δεν γνώριζε κανείς τους, είχε διαφύγει.
- Έγινε η δίκη, Γεώργιε, άνοιξε το στόμα του ο Βενετσιάνος. ΄Εγινε δίκη, θεοκρισία. Το Ιερό Δικαστήριο απεφάνθη, τιμώρησε, όπως του άξιζε, τον ένοχο και η γυναίκα τόσκασε, προφανώς για να γλιτώσει τα περαιτέρω. Είναι όμως αθώα, μην κινήσεις καμία διαδικασία εναντίον της γιατί θα έλθεις σε σύγκρουση με τον Θεό.

--------------------------------

Η μέρα τέλειωσε για τον σινιόρ Κονταρίνι χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο λόγος που τον είχε φέρει στη Βοστίτσα δεν υπήρχε πια, αφού όλη η παραγωγή του βαμβακιού είχε καταστραφεί ολοσχερώς και δεν υπήρχε τίποτα να ελέγξει προσωπικά. ΄Ετσι, το μόνο που του έμενε ήταν να γυρίσει πίσω στην Πάτρα και να γράψει αμέσως την έκθεσή του για την κατάσταση, όπως είχε πια διαμορφωθεί, και να την στείλει στη Δαμασκό, στον ξάδελφό του τον σινιόρ Ντιονίζιο Σοράντσο.
΄Όπως κατέβαινε την πλαγιά του λόφου με προσοχή, καβάλα στ’ άλογο που του έδωσε ο Τριπολίτης, μια και το δικό του πνίγηκε μες στον κατακλυσμό της νύχτας, το μάτι του έπεφτε παντού ερευνητικά. Πόλεις και χωριά κατεστραμμένα, φωτιές παντού από τη δράση των μετασεισμών, η θάλασσα περίεργα ήρεμη δεν πρόδιδε τη χτεσινή οργή της κι οι κάτοικοι, όσοι είχαν επιζήσει, μάζευαν ψάρια στη στεριά και άλλοι προσπαθούσαν, ψάχνοντας μέσα στα ερείπια, να γλιτώσουν κάποια από τα υπάρχοντά τους.
- Δύσκολη κατάσταση, σκεφτόταν μεγαλόφωνα ο σινιόρ Τζουζέπε, φτώχεια και δυστυχία θα πέσει σαν συμφορά στον τόπο!
Είχε απομακρυνθεί αρκετά από το κάστρο της Βοστίτσας, βαδίζοντας με τ’ άλογό του μέσα από ένα μικρό δάσος που είχε όμως πυκνότατη βλάστηση και δυσκόλευε κάπως την κίνηση ζώου και ανθρώπου. Τότε ήταν που άκουσε έναν θόρυβο πίσω του, σαν να έτρεχε κάποιος πάνω σε ξεραμένα φύλλα κι αυτά έσπαγαν κάτω από το βάρος του κι έκαναν τον θόρυβο που έκαναν. Κοίταξε πάλι ένα γύρω με προσοχή. Τίποτα. Προχώρησε κι άλλο με κατεύθυνση την Πάτρα. Πάλι ο ίδιος θόρυβος
- Κάποια ζώα που επέζησαν θα είναι, σκέφτηκε και συνέχισε πάλι το δρόμο του.
Κόντευε πια να βγει από το δάσος, όταν έστρεψε για τελευταία φορά τη ματιά του προς το μέρος του θορύβου. Τότε την είδε, ή, καλύτερα, είδε ένα παράξενο πλάσμα ντυμένο με αντρικά ενδύματα. Τη γνώρισε αμέσως. ΄Ηταν αυτή, η γυναίκα του βιασμού που είχε συναντήσει πριν απ’ την καταστροφή δεμένη στο τείχος του κάστρου, ντυμένη με ρούχα που δεν της ταίριαζαν και κρυβόταν ή, μάλλον, προσπαθούσε μάταια να κρυφτεί πίσω από τους κορμούς των δέντρων. Πήρε αμέσως τη μεγάλη απόφαση.
- Μη με φοβάσαι, της φώναξε με όλη τη δύναμη της φωνής του για να τον ακούσει. Είμαι Βενετός έμπορος. Αν θέλεις, έλα μαζί μου, σε παίρνω στην υπηρεσία μου και κανείς δεν θα μπορεί να σε πειράξει. ΄Ελα, συνέχισε μετά από μια ολιγόστιγμη διακοπή, έλα στην υπηρεσία μου, ευλογημένη από τον Θεό. Μη φοβάσαι, θα ζήσουμε μαζί στην Πάτρα, ασφαλείς.
Η κοπέλα βγήκε διστακτικά από την κρυψώνα της και τον ακολούθησε. Ο ίδιος, που προπορευόταν με τ’ άλογό του, προθυμοποιήθηκε να της δώσει τη θέση του. Αρνήθηκε. Καλά ήταν κι έτσι. Δέχτηκε μόνο αργότερα, όταν είχε ήδη κουραστεί, να ανέβει κι αυτή πάνω στο κατάκοπο άλογο του Ιταλού κι αυτός την κρατούσε περιχαρής στην αγκαλιά του σαν πολύτιμο πολεμικό λάφυρο.

--------------------------

Δεν τον ρώτησε ποτέ της, όσο ζούσε, γιατί την αποκάλεσε ευλογημένη από τον Θεό. Καταλάβαινε ότι θα υπήρχε κάποιος λόγος αλλά δεν ήθελε να ανασκαλέψει τα γεγονότα της εποχής εκείνης.
΄Ετσι, πέρασαν τα χρόνια, ζούσαν μαζί ευτυχισμένοι, αντρόγυνο πραγματικό κι ήρθε η ώρα να χαιρετήσει τη ζωή του ο σινιόρ Τζουζέπε. Βρισκόταν ήδη στον προθάλαμο του θανάτου. Τότε τον ρώτησε. Της είπε για την θεοκρισία. Γέλασε.
- ΄Ηρθε η ώρα να μάθεις την αλήθεια, του είπε. Και του αποκάλυψε τα πάντα την ίδια στιγμή.
Τον βιαστή της, τον σκότωσε η ίδια, με τα ίδια της τα χέρια του κάρφωσε το κλαδί στο στήθος. Την ίδια την είχε απελευθερώσει λίγη ώρα πριν ένας φίλος της παιδικός, που την αγαπούσε τρελά, από τότε που μεγάλωναν κάτω από κοινή στέγη, τα ρούχα του φορούσε τότε, γιατί η ίδια ήταν γυμνή, θα το θυμάται, ο νέος όμως δεν μπόρεσε να ζήσει, το κύμα τον άρπαξε με δύναμη και τον πέταξε πάνω στο τείχος κι εκείνη, σ’ ένα μικρό ύψωμα λίγο πιο πέρα παρακολουθούσε ανήμπορη το γεγονός.
΄Όχι, δεν τον σκότωσε για τον βιασμό, του είπε, σ’ αυτόν αυτή τον είχε παρασύρει, είχε τον τρόπο της, για να τον βρει σε αδυναμία και να τον σκοτώσει. ΄Ηθελε να τον εκδικηθεί, γιατί, όταν ήταν μικρό παιδί, ο ληστής είχε εισβάλει νύχτα στο σπίτι τους και με τη συμμορία του έκλεψε ό,τι βρήκε μέσα στο σπίτι, βίασαν όλοι μαζί τη μάνα της και τη μεγαλύτερη αδελφή της κι ύστερα τις σκότωσαν μαζί με τον πατέρα της και τον αδελφό της κι αυτή, κρυμμένη πίσω από μία στοίβα με ρούχα, παρακολουθούσε ανήμπορη τη σκηνή, παγωμένη από τον φόβο. Τα είδε όλα και τα πρόσωπά τους και τα συγκράτησε καλά κι όταν μεγάλωσε, μ’ αυτόν τον τρόπο του βιασμού τους σκότωσε έναν έναν. Ο αρχηγός ήταν ο τελευταίος και την καθυστέρησαν με την σύλληψή τους. ΄Όμως τον σκότωσε κι αυτόν κι έτσι δεν υπήρχε λόγος να παραμείνει άλλο στην περιοχή γι’ αυτό και τον ακολούθησε. Είχε καταλάβει ότι ήταν καλός άνθρωπος κι ότι την ήθελε πολύ από τον τρόπο που την κοίταξε μπροστά στα τείχη του κάστρου.
Ο σινιόρ Τζουζέπε την κοιτούσε με τρόμο και με έκπληξη αλλά δεν μπορούσε να πει τίποτα, ούτε ν’ ακούσει τη συνέχεια γιατί εκείνη τη στιγμή ξεψύχησε, αφήνοντάς την, όπως ήταν φυσικό, μοναδική του κληρονόμο στην τεράστια περιουσία του. Ανδρέας Φουσκαρίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου