Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Το τέλος του παιχνιδιού

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο αγώνας ήταν αμφίρροπος. Γλαφυροί ιππότες, των οποίων επικεφαλής ήταν ο εκπεσών δήμαρχος, με υψωμένα τα λάβαρα και με αμφίστομα εγχειρίδια στα χέρια, έκρουαν τη θύρα της πριγκηπέσας Ιζαμπώς, κόρης ευγενούς και θυγατρός του τρίτου Βιλεαρδουίνου που κυβέρνησε δυναμικά τη χώρα. Δύο αλλοπαρμένοι βαρόνοι, αυνανιζόμενοι μετ’ αφάτου αγαλλιάσεως και ηδονής ακατονόμαστης, συγχρόνως εκατουρούσαν στην αυλή της κούρτης όπου έγινε και η τελευταία συνέλευση αρχόντων και αρχομένων με την οποία επρόκειτο να μεταβιβαστεί ομαλά η εξουσία στο λαό. Πλην όμως κάτι τέτοιο δεν επετεύχθη τελικά γιατί η δημοτική αρχή αρνήθηκε να πάρει την εξουσία στα χέρια της χωρίς την έγκριση όλων των βαρόνων και των ιερωμένων του πριγκιπάτου.
Ο στίβος ήταν γεμάτος αίματα και αποξηραμένο πύον και οι ποδοσφαιριστές της τοπικής ομάδας, της Δάφνης, και οι οπαδοί της γιουχάιζαν αδικαιολόγητα τους διαιτητές, αδιαφορώντας τελικά για τις κίτρινες και τις κόκκινες κάρτες. Ειδικά το κόκκινο δεν τους ενδιέφερε καθόλου. ΄Αλλωστε ως χρώμα τους ήταν ιδιαίτερα απαγορευμένο.
Τότε, εν μέσω των ιαχών του πλήθους και των κλαγγών των όπλων, ακούστηκε ο οξύς ήχος που παρήγαγαν εντελώς ξαφνικά δύο πλανόδιοι οργανοπαίχτες, κλαριντζήδες κατά τα φαινόμενα που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε πώς βρέθηκαν εκεί, σαν τελετάρχες στις εθνικές επετείους που δίνουν πάντα το σύνθημα της έναρξης και της λήξης των τοιούτων πανηγυρικών εκδηλώσεων. Κάθε κίνηση και κάθε ήχος αυθωρεί εσταμάτησε και η γαλήνη, πνιγηρή ως ο καύσωνας του θερινού ηλιοστασίου, επεκράτησε από τότε στην έρημη πόλη, στην οποία, ντρέπομαι που το λέω, σταμάτησαν ολοσχερώς οι γεννήσεις και αυξήθηκαν οι θάνατοι επικίνδυνα.
Ταύτα εκ γασμούλου τινός χρονικογράφου άνευ ονόματος, χρόνου και τόπου γραφής αντιγραφέντα υπ’ εμού εν Σωτηρίω έτει 1982 στην έρημη ανθρώπων Ανδραβίδα, πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του ενδόξου πριγκιπάτου του Μορέως.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Στιγμές απ' τη ζωή ενός σαλτιμπάγκου

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη

Πόνος ενδόμυχος και πίκρα βαθιά που δεν λέγεται. Βαθιές αυλακιές και σκασίματα τραχιά μιας μορφής ηλιοψημένης, φαγώματα αποτρόπαια του μαύρου σαρακιού που τρώει τη ζωή του ανθρώπου καθημερινά. Μάτια θαμπά, άτονα, που ατενίζουν το σύμπαν με κούραση, καρτερώντας την ώρα που θα πιούνε το χρόνο στιγμή τη στιγμή ως το τέλος του. Προσπάθεια μεγάλη, τεράστια, φορτωμένη με γνώση από ανεκπλήρωτες επιθυμίες, κόντρα στο ρυθμό της ζωής. Υπομονή ως την ώρα της διάλυσης. Ως την ύστατη ώρα.
Κοιμήθηκε έχοντας στο νου του μια νεροχελώνα. Την είδε και πάλι στο όνειρό του, ολοκάθαρα, σαν ζωντανή. Κουνούσε πέρα δώθε το φιδίσιο κεφάλι της σαν εκκρεμές που χτυπάει ασταμάτητα τις ώρες στον τοίχο. Με τη λεπτή σαν τσιγαρόχαρτο γλώσσα της άρχισε να του γλείφει τα γένια, το στόμα, τα μάτια, το μέτωπο. Σε λίγο τα χέρια και τα πόδια. Της χάιδεψε τρυφερά το σκληρό της το κέλυφος. Η κρύα του επιφάνεια, παγερή σαν τον θάνατο, τον ξύπνησε αμέσως. ΄Έφερε το χέρι στο μέρος της καρδιάς και προσπάθησε να μετρήσει τους ακανόνιστους χτύπους της μονάχος. Μάταιος ο κόπος, η προσπάθεια χαμένη στο κενό μαζί με τα κομμάτια της ρημαγμένης του ζωής.
Σκέφτηκε τότε πολλά και κυρίως τις στιγμές που με την Ιωάννα συντροφιά τραμπαλιζόταν αμέριμνος πάνω σε δρύινες κορυφές. Αλλοτινές στιγμές συγκινησιακού μεγαλείου που ορμούσαν ακάθεκτες σαν ύαινες από το βάθος της ύπαρξης, σαν άγριος χείμαρρος τις σκληρές χειμωνιάτικες νύχτες. Χαμογέλασε πικρά. Βυθισμένος στο ακίνητο τέλμα της τωρινής του απραξίας μετράει τη ζωή του και τη βρίσκει λειψή, χωρίς νόημα. Χαμόγελο πικρό, ψυχοφθόρο, του τέλος που αργεί να φανεί στον ορίζοντα. Φυσικά, λείπει η απόφαση.
Οι σκέψεις, σκληρές και αδυσώπητες, τον χτυπούν σαν σφυριά στο μυαλό κι αυλακώνουν και πάλι το μέτωπο. Η μπόχα του φέρνει ναυτία και εμετό. Τα όνειρα είναι νεκρά και παύουν να χύνουν το γλυκό τους το βάλσαμο στη θλιμμένη του ψυχή. Το μέλλον βουβό κι απροσδιόριστο. Ξημερώνει.
Η απόφαση πάρθηκε αμέσως, με περίσκεψη και αιδώ. Αλλά και με απλή εγκαρτέρηση. ΄Έπιασε μαλακά το σφυγμό του και ύστερα, φέρνοντας αργά και τελετουργικά το χέρι του στο μέρος της καρδιάς, πέθανε, κρατώντας ως το τέλος με υπέρτατη προσπάθεια την αναπνοή του. Ο ήλιος που ανέτειλε σε λίγο δεν είδε τίποτ’ άλλο από το ξύλινο φέρετρο, κλειστό, χωρίς άνθη και άσπρες κορδέλες. Από το φόβο, είπαν, μιας απρόσμενης μόλυνσης. Και φυσικά, όχι μόνο σωματικής.
1974,1977,1981.