Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Οι συνεχείς όσο και θλιβερές μεταμορφώσεις του ήρωα Αλκιδάμα και το ηρωικό του τέλος

Ο Αλκιδάμας, όταν γεννήθηκε, ήταν ένα παιδί εντελώς φυσιολογικό και τίποτα δεν έδειχνε την πιθανότητα κάποιας μελλοντικής μεταμόρφωσης, εκτός, ίσως, το σχετικά μεγάλο μέγεθος των γεννητικών του οργάνων, το οποίο, αρχικά, ευχαρίστησε υπέρ το δέον, όπως γίνεται συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τους γονείς του, χωρίς να τους φορτώσει, βέβαια, με αρνητικές σκέψεις. Αυτό θα συμβεί αργότερα με τα πρώτα σημάδια απρόσμενων αλλαγών. Αυτό το μέγεθος, το απροσδιόριστα μεγάλο, είναι που καθόρισε στη συνέχεια και τη στάση του απέναντι στο γυναικείο φύλο αλλά και στο σύνολο της κοινωνίας, που πάντα την έβλεπε ως γένους θηλυκού.
Τα γεννητικά του όργανα, λοιπόν, συνέχιζαν να μεγαλώνουν, αργά αλλά σταθερά, με το πέρασμα του χρόνου, πάντα όμως δυσανάλογα με το υπόλοιπο κορμί του και σε μεγέθη που υπερτερούσαν συντριπτικά έναντι των υπολοίπων ανδρών. ΄Έτσι, όταν ενηλικιώθηκε, οι όρχεις του ζύγιζαν σχεδόν δύο ολόκληρες οκάδες ο καθένας, ενώ το πέος του, ευρισκόμενο πάντοτε σε στύση, όπως του θεού Πρίαπου, έφτασε τελικά τους 46 πόντους. Το μεγαλύτερο πρόβλημά του πια ήταν η μεταφορά τους, γιατί λόγω βάρους και μεγέθους ήταν αδύνατον να βρει παντελόνι στην αγορά, όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι και αναγκαζόταν να κάνει ειδική παραγγελία για παντελόνια με ειδικές θήκες από μετάξι για να τοποθετεί μέσα τους όρχεις του, ενώ το πέος του το έδενε σφιχτά με λεπτό αλλά ανθεκτικό σκοινί από φυτικές ίνες γύρω από τον αριστερό του μηρό. Εννοείται ότι καμία ιατρική παρέμβαση δεν μπόρεσε να βρει λύση στο πρόβλημά του αυτό αλλά και στα άλλα που εμφανίστηκαν σιγά-σιγά, καθώς περνούσαν τα χρόνια.
Αυτά ήταν τα πρώτα, όχι όμως και τα σημαντικότερα προβλήματα, που του παρουσιάστηκαν εξαρχής, οι πρώτες αλλαγές, τουλάχιστον εξωτερικά, γιατί, όσον αφορά στον χαρακτήρα του, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι και εκεί θα είχε συμβεί κάτι αντίστοιχο ενώ, παράλληλα, όλες αυτές οι αλλαγές θα είχαν άμεση επίδραση στη διαμόρφωσή του, στο μέτρο που τους αναλογούσε, όπως άλλωστε και ό,τι άλλο του συνέβη αργότερα ως το τέλος της ζωής του. Αυτό το απέδειξαν και οι έρευνες που έγιναν αργότερα για τη διαλεύκανση αυτού του περίεργου φαινομένου, που στάθηκε συγχρόνως και η απαρχή μιας σειράς άλλων αλλαγών, μεταλλαγών και μεταλλάξεων στο ανθρώπινο οικοσύστημα. Ο Αλκιδάμας εμφανίστηκε έτσι ως το όργανο κάποιας βούλησης υπέρτερης, που ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να ξεκαθαρίσει τι φύσεως ήταν και τι πραγματικά επιθυμούσε και την ύπαρξη της οποίας κανείς δεν μπορούσε να αρνηθεί με βεβαιότητα μετά από τόσα ανεξήγητα με την απλή λογική γεγονότα. Είναι φανερό ότι κάτι ανεξέλεγκτο και ακατανόητο στην ανθρώπινη σκέψη και λογική οδηγούσε τα πράγματα στο σημείο εκείνο που επηρέαζε σημαντικά και αμετάκλητα την ψυχοσωματική διάπλαση του, αρχικά, αξιόλογου Αλκιδάμα, ο οποίος υπήρξε τελικά η τιμωρός χειρ κάποιας σκοτεινής και ανεξερεύνητης βούλησης που έπρεπε να βάλει τάξη στη γενική αταξία του τόπου στα χρόνια εκείνα, όπως ακριβώς ο τιμωρός άγγελος που εξανάγκασε τους Αιγυπτίους να αφήσουν ελεύθερους τους ταλαίπωρους Ισραηλίτες. Ας πάρουμε όμως τις αλλαγές με την σειρά που εμφανίστηκαν.
Η δεύτερη του συνέβη σε ηλικία έξι χρόνων, όταν, εντελώς ξαφνικά και εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητα, στην πραγματικότητα όμως, πάντα πρέπει να το έχουμε υπ’ όψιν μας, τίποτα δεν είναι αδικαιολόγητο, ακόμη και τα πιο περίεργα, παράλογα ή αφύσικα φαινόμενα ή γεγονότα έχουν κι αυτά την ερμηνεία τους, μεγάλωσαν υπέρμετρα τα μάτια του και λόγω του υπερβολικού τους μεγέθους, ίσως, έμεναν στο εξής πάντα ανοιχτά, ακόμα και κατά τη διάρκεια του ύπνου. ΄Έτσι, ποτέ κανείς δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει με ακρίβεια, αν ήταν ξύπνιος ή κοιμισμένος και αυτό, όπως ήταν φυσικό, δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα σε όλους ενώ, παράλληλα, στον ίδιο έδινε τη δυνατότητα να βλέπει όχι μόνο μακριά σαν αετός αλλά και πίσω από τα πράγματα, και μεταφορικά και κυριολεκτικά, σαν ένα άγνωστο είδος διαπεραστικών ακτίνων.
Λένε πολλά για κείνο το βράδυ που συνέβη αυτή η πρωτοφανής και ανεξήγητη αλλαγή. Κανείς, φυσικά, δεν μπορεί να ξέρει την αιτία. Το μόνο που είναι γνωστό,σύμφωνα με τις δηλώσεις των γειτόνων και τις επιβεβαιώσεις των καλοθελητών, είναι ένα ασήμαντο κατά τα άλλα γεγονός: η μάνα του κοιμήθηκε στο σπίτι τους με τον από διετίας εραστή της, κάτι που επαναλαμβανόταν συνεχώς κάθε φορά που έλειπε ο άντρας της. Βρισκόταν, άλλωστε, πάνω στον ανθό της νιότης της και των ορμών της και φαίνεται ότι εκείνο το βράδυ, μη μπορώντας να κρατηθεί, συνουσιάστηκε αρκετές φορές μπροστά στα έντρομα μάτια του μικρού, που από τότε έμειναν ανοιχτά. Να ήταν αυτή η αιτία της αλλαγής; Ποιος ξέρει! Εικασίες μπορεί να κάνει κανείς χωρίς ούτε ένα ίχνος βεβαιότητας, για αυτό ας αφήσουμε σε άλλους τις ερμηνείες των φαινομένων και ας μείνουμε σταθεροί στην εξιστόρηση μονάχα των γεγονότων.
Αργότερα μεγάλωσαν τ’ αυτιά του. Πάλι κι αυτό συνέβη νύχτα, τη νύχτα που ο πατέρας του ούρλιαζε από τον πόνο και την αγωνία χωρίς να τον ακούει κανείς λόγω των ακραίων καιρικών φαινομένων, που επικρατούσαν, ψυχορραγώντας κάτω από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα που του κατάφεραν η σύζυγος κι ο εραστής της, όταν τους έκανε τσακωτούς να συνουσιάζονται στη νυφική παστάδα. ΄Ετσι διαδόθηκε τότε, τίποτα όμως δεν αποδείχτηκε πραγματικά ποτέ γιατί οι φερόμενοι ως δολοφόνοι είχαν κατορθώσει να παρουσιάσουν στον ανακριτή ατράνταχτο άλλοθι που τους απάλλασσε από κάθε υποψία, ενώ ο μικρός Αλκιδάμας, έχοντας ακούσει τα πάντα πίσω από τους τοίχους και την ερμητικά κλεισμένη πόρτα και μη μπορώντας να αντιδράσει λόγω ηλικίας έχασε παράλληλα και τη μιλιά του. Δεν ξαναμίλησε από τότε κι ένας μάρτυρας μουγκός και παιδί ταυτόχρονα δεν είναι μάρτυρας για τη δικαιοσύνη των ανθρώπων. ΄Ηταν τότε οκτώ χρόνων και τ’ αυτιά του έγιναν τεράστια. Το πρωί και κάθε πρωί από τότε κι οποιαδήποτε άλλη ώρα της ημέρας ή της νύχτας, οι συμμαθητές του στο σχολείο ή στο δρόμο τον πείραζαν σκληρά, όπως σκληρά ξέρουν μονάχα τα παιδιά να τυραννούν και να καταδυναστεύουν τον αδύναμο, ενώ λιγότερο σκληρά τον πείραζαν οι μεγαλύτεροι στην ηλικία και οι γυναίκες. ΄Ετσι, ήταν εντελώς φυσικό, όταν μεγάλωσε στην ηλικία, να γίνει όχι μόνο μισογύνης αλλά και μισάνθρωπος, όργανο του κακού και της βίας με όλες τις συνέπειες που ακολούθησαν και θα σας τις εξιστορήσω στη συνέχεια με όση ακρίβεια μου έγιναν γνωστές από διάφορες και διαφορετικές πηγές αλλά και από προσωπική γνώση των πραγμάτων.
Παρά τον αθεράπευτο μισογυνισμό του και τη μισανθρωπία του αναγκάστηκε κάποτε να παντρευτεί, γιατί στη μικρή πόλη, που ζούσε, ήταν αδύνατο να εκπληρωθούν με άλλο τρόπο οι τεράστιες σε δύναμη και ένταση σεξουαλικές του ανάγκες, που ώρες-ώρες καταντούσαν βασανιστικές. Την πρώτη κιόλας νύχτα του γάμου του του συνέβη αυτό, που δεν περίμενε ποτέ να του συμβεί: η γυναίκα, που τόσο λαχταρούσε ώστε να την παντρευτεί, τον απάτησε με τον ίδιο του τον αδελφό, τον Αιμίλιο, στο ίδιο του το νυφικό κρεβάτι, που πράγματι βάφτηκε με το ροδόχροο αίμα της διαρηγμένης παρθενιάς της νύφης με άλλον, βέβαια, δράστη. Ο ίδιος δεν μπόρεσε ν’ αγγίξει το λατρεμένο κορμί της γυναίκας των ονείρων του, γιατί το άνομο ζευγάρι, που από καιρό, φαίνεται, οργάνωνε το έγκλημα, του είχε ρίξει στο φαγητό ισχυρότατη δόση υπνωτικού, ικανή να αποκοιμίσει νεαρό ελέφαντα την εποχή των οργασμών του. ΄Ίσως, λόγω της απειρίας περί τα σεξουαλικά να μην καταλάβαινε τίποτα, άλλωστε ο ίδιος δεν θυμόταν απολύτως τίποτα για όσα μεσολάβησαν τη νύχτα που πέρασε, αν δεν φύτρωνε ανεξήγητα στη μέση του μετώπου του ένα τεράστιο κέρατο, σημάδι ανεξίτηλο και εμφανές του παθήματός του, ενώ συγχρόνως του έπεσαν όλα τα μαλλιά.
Για το γεγονός δεν έμαθε ποτέ τίποτα, είχε κάποιες υποψίες , βέβαια, που όμως δεν μπορούσε να επαληθεύσει, αφού όλοι γύρω του ζούσαν την καθημερινότητά τους, σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα και μόνο η νύφη είχε εξαφανιστεί από το πρόσωπο της γης και κανείς δεν μπορούσε να τον πληροφορήσει πού βρισκόταν, αφού κανείς, πλην του αδελφού του, που, όμως, σιωπούσε, δεν ήξερε τι είχε απογίνει. ΄Ύστερ’ απ’ αυτό το γεγονός ήταν εντελώς φυσικό να αυξηθεί τα μέγιστα και ο μισογυνισμός και η μισανθρωπία του κι έτσι κατατάχτηκε στον στρατό πιο πολύ για ν’ απομονωθεί, να ζήσει μακριά από τον κόσμο, που γνώριζε, και να σκεφτεί. Πέρασαν έτσι τρία ολόκληρα χρόνια, στα οποία, λόγω του ότι δεν υπήρχε άμεσος φόβος, είχε γυρίσει και η γυναίκα και ζούσε μόνη της σ’ ένα μικρό σπιτάκι στο λιβάδι, αφού κι ο αδελφός του είχε παντρευτεί στο μεταξύ κάποια άλλη, αυτή φαίνεται που ήθελε πραγματικά κι όχι αυτή που είχε διαφθείρει τη νύχτα εκείνη.
Κάποτε γύρισε κι ο Αλκιδάμας απ’ τον στρατό, είχε τελειώσει άλλωστε κι ο πόλεμος, στον οποίο ανδραγάθησε όσο κανένας άλλος και παρασημοφορήθηκε γι’ αυτό από τον ίδιο τον αρχιστράτηγο και κατοπινό πρωθυπουργό, ενώ του απέδιδαν τιμές στρατιωτικά αγήματα και μπάντες μουσικές. Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, ανακηρύχτηκε ήρωας δια βίου, με ειδικά προνόμια για την προσφορά του στην πατρίδα και μισθοδοσία και άλλες παροχές για την υπόλοιπη ζωή του σ’ αυτόν και τα μελλοντικά παιδιά του, αν θα έκανε ποτέ, βέβαια, οικογένεια, όπως οι φυσιολογικοί άνθρωποι.
Γύρισε στο σπίτι του, λοιπόν, έμαθε τα της επιστροφής της μοιχού και την επισκέφτηκε την ίδια νύχτα. Καθόταν ώρες και την κοιτούσε στα μάτια χωρίς να μιλάει, μόνο την κοιτούσε κι εκείνη έτρεμε από τον φόβο της. Στο τέλος την άρπαξε απ’ τα μαλλιά και την ξάπλωσε στο δάπεδο. Την βίασε απανωτά, όλη την υπόλοιπη νύχτα δεν έκανε τίποτ’ άλλο, μόνο την βίαζε τη μία φορά πάνω στην άλλη, ούτε που μπορεί να θυμάται πόσες φορές, τουλάχιστον έτσι άφησε να εννοηθεί σε κάποιους γνωστούς του, γιατί ανάκριση δεν ακολούθησε ποτέ, αφού ποτέ δεν συνελήφθη, τρία χρόνια τη σκεφτόταν, είπε, και τώρα ήρθε η στιγμή να εκπληρώσει τους πόθους του και να επιβάλλει την τιμωρία που έπρεπε. Το πρωί την έπνιξε μ’ ένα σκοινί που βρήκε πρόχειρο στο σπίτι κι ύστερα έπεσε να κοιμηθεί. Το ίδιο αυτό σκοινί, κουρασμένος, όπως ήταν από το ταξίδι και τους ατέλειωτους βιασμούς, δεν το πήρε είδηση, τυλίχτηκε σαν φίδι ολόγυρα στο κορμί του. Το βραδάκι, που ξύπνησε, είδε ότι αποτελούσε πλέον την ουρά του και στο μυαλό του γύριζε συνεχώς η αποκάλυψη της γυναίκας λίγο πριν πεθάνει ότι δράστης της διακόρευσής της ήταν ο ίδιος του ο αδελφός.
Η σκέψη αυτή τυλίχτηκε σαν φίδι γύρω στο μυαλό του. Θα μπορούσα να επιμείνω εδώ σε ισχυρές ψυχολογικές πιέσεις, σε έντονα συναισθήματα, κυρίως μίσους ή σε άλλες επουσιώδεις, κατά τη γνώμη μου, αλλαγές , που επήλθαν στο μέλλον στην εμφάνισή του, λόγω άλλων γεγονότων, νομίζω όμως ότι αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία για τον αναγνώστη, αφού στην πραγματικότητα είναι λεπτομέρειες δευτερεύουσες, που δεν προσθέτουν τίποτα στα κύρια σημεία της αφήγησης αυτής. Θα μείνω μόνο στα άκρως απαραίτητα στοιχεία.
Η δολοφονία της γυναίκας του και εν συνεχεία, σε διάστημα λίγων ωρών, του αδελφού του τον ανάγκασαν, για να αποφύγει την σύλληψη, να φύγει μακριά από την πατρίδα του και να ζήσει περισσότερο απαρατήρητος, ιδίως αν κυκλοφορούσε μόνο νύχτα, όπως και έκανε τελικά. Βέβαια, η εμφάνισή του ήταν τέτοια που δύσκολα θα μπορούσε να αποκρύψει για πολύ την ταυτότητά του, για αυτό και έπαιρνε διάφορα προστατευτικά μέσα χρησιμοποιώντας κάθε είδους μεταμφιέσεις. ΄Ήταν ιδιαίτερα εφευρετικός σ’ αυτό το θέμα.
Εκεί, στις διάφορες συνοικίες της πρωτεύουσας το μίσος του αφέθηκε να ξεσπάσει ελεύθερο, σαν καταρράκτης, κατά του γυναικείου φύλου. Βιάζει αδιακρίτως κάθε γυναίκα που συναντάει στις νυχτερινές του περιπλανήσεις, χωρίς να τον ενδιαφέρει η ηλικία ή η εμφάνιση, αν είναι μόνη ή αν συνοδεύεται –στην περίπτωση αυτή ο συνοδός έχει ήδη καταδικαστεί σε θάνατο κι αν είναι γυναίκα υφίσταται κι αυτή ότι το σύνολο των γυναικών, που τον συνάντησαν τη νύχτα- είτε είναι αρτιμελής είτε όχι. ΄Όλες γι’ αυτόν αποτελούν το μόνιμο και σταθερό αντικείμενο του μίσους του. Εννοείται ότι λόγω του μεγέθους του πέους του καμία δεν κατορθώνει να επιβιώσει μετά από τόσους και τέτοιους βιασμούς, πεθαίνουν όλες μέσα σε αβάσταχτους πόνους, κατακρεουργημένες στη κυριολεξία από μια τέτοια, σωματικής υφής, ξιφολόγχη.
΄Έτσι, αποτέλεσε για κάμποσα χρόνια τον μεγαλύτερο δημόσιο κίνδυνο, όλοι τον τρέμουν και τ’ όνομά του είναι συνώνυμο του φόβου για τα μικρά παιδιά, ενώ οι γυναίκες, όσο κι αν είναι αναγκαίο πολλές φορές αρνούνται να κυκλοφορήσουν νύχτα. Ο τρόμος και η αγωνία για το αύριο βασιλεύουν παντού και η ανασφάλεια είναι το κυρίαρχο συναίσθημα του λαού της πρωτεύουσας και των προαστίων, που την περιβάλλουν. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πώς αυτό το ασύλληπτο τέρας προβαίνει στις ενέργειές του με τέτοιο μίσος, με τέτοια σκληρότητα κατά απροστάτευτων ανθρώπων και γιατί εν τέλει, έστω και μετά τον κορεσμό των άνομων επιθυμιών του δεν άφηνε κανέναν να ζήσει.. Η αστυνομία ματαίως και ανεπιτυχώς τον αναζητεί παντού.
Κάποτε, όμως, συλλαμβάνεται. ΄Ένας θαρραλέος νεαρός βρέθηκε εντελώς συμπτωματικά κοντά στον Αλκιδάμα τη στιγμή που βίαζε για άγνωστη φορά ένα δωδεκάχρονο κοριτσάκι, που, μάλλον, είχε προλάβει να πεθάνει ώστε ο πρώην ήρωας της χώρας βίαζε και ξαναβίαζε ένα άψυχο κορμί. Ο νεαρός, έντρομος αρχικά από το θέαμα αλλά, παρόλ’ αυτά ψύχραιμος, μετά το τέλος του βιασμού παρακολούθησε διακριτικά το τέρας μέχρι το κατάλυμά του. ΄Ύστερα ειδοποίησε την αστυνομία.
Από εκείνη τη στιγμή και πέρα όλα ήταν εύκολα. Χιλιάδες αστυνομικοί περικύκλωσαν το ερείπιο, στο οποίο κατοικούσε, εισέβαλαν στην κρεβατοκάμαρά του και τον συνέλαβαν την ώρα, που κοιμόταν, κουρασμένος από την άσκηση της ολονύχτιας βίας. Φυλακίστηκε μέχρι τη δίκη ως ιδιαίτερα επικίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια και τάξη, ενώ η φωτογραφία του με μακροσκελείς περιγραφές των πράξεών του δημοσιεύτηκε σε όλες τις εφημερίδες του πλανήτη κατά τις επόμενες ημέρες.
΄Ήταν σίγουρο ότι κανένα δικαστήριο δεν μπορούσε να επιβάλλει ποινή μικρότερη από τον θάνατο. Ο υπουργός Οικονομικών όμως, άριστος επιχειρηματίας στην ιδιωτική του ζωή, σκέφτηκε ότι θα ήταν καλύτερα να μην εκτελεστεί και το κράτος να εκμεταλλευτεί στη συνέχεια για οικονομικούς λόγους και παρά την αντίθετη γνώμη των συγγενών των θυμάτων και της κοινωνίας ολόκληρης, που ζητούσε την κεφαλήν του επί πίνακι, ως το ελάχιστο της ποινής, την σπάνια όσο και μοναδική περίπτωση, που αποτελούσε για τον τουρισμό, το άγριο αυτό ον, που άκουγε στο όνομα Αλκιδάμας. Στο τέλος υπόκυψαν κι οι δικαστές και οι απόφαση βγήκε με απόλυτη ομοφωνία.
Με την επιμονή και την υπόδειξη του επιχειρηματία υπουργού ο Αλκιδάμας κλείστηκε σε ειδικά διαμορφωμένη και έκτακτα φυλασσόμενη πτέρυγα του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας και ΄Άλλων Περίεργων Φαινομένων της χώρας, όπως ήταν ο πλήρης τίτλος του, μοναδικό, οπωσδήποτε, έκθεμα στο είδος του σε ολόκληρο τον πλανήτη, που τραβούσε σαν μαγνήτης επισκέπτες αμέτρητους κάθε φυλής, θρησκείας και εθνικότητας και, κυρίως, γυναίκες όλων των ηλικιών, που έτρεχαν από όλα τα σημεία του κόσμου τρελαμένες από την περιέργεια για το τέρας, πληρώνοντας ένα μικρό, αλήθεια, εισιτήριο, το οποίο όμως ήταν αρκετό για να συμπληρώσει όλα τα κενά του κρατικού προϋπολογισμού και να δημιουργήσει και πλεόνασμα για επενδύσεις.
Η άνοδος της οικονομίας ήταν θεαματική, ο τουρισμός και οι συναφείς ασχολίες αυξήθηκαν κατακόρυφα, χιλιάδες επιχειρήσεις αποδύθηκαν στη δημιουργία και διάθεση στην αγορά ομοιωμάτων, φωτογραφιών, σχεδίων, μικροαντικειμένων, ενδυμάτων κ.ά. ΄Όλοι δούλευαν πυρετωδώς για να προλάβουν την συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση, μια πανανθρώπινη καταναλωτική ανάγκη, θα έλεγε κανείς, είχε κυριέψει τους πάντες, τα έσοδα του κράτους πολλαπλασιάζονταν καθημερινά με γεωμετρική άνοδο, λύθηκε, ως εκ θαύματος, το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης, που για δεκαετίες ταλαιπωρούσε την χώρα και τους κατοίκους της, οι μισθοί και τα εισοδήματα αυξήθηκαν τόσο που όλοι έδειχναν ευχαριστημένοι και, γιατί όχι, και ευτυχισμένοι, σε πείσμα, βέβαια, και σε αντίθεση προς κάθε θεωρία, οικονομική, κοινωνική ή πολιτική, που θα μπορούσε να υποστηρίξει το αντίθετο.
Τότε είναι που αρχίζει κατά πολλούς η μεγάλη ακμή του κράτους και της κοινωνίας. Ο ιδιοφυής υπουργός τρίβει τα χέρια του από ευχαρίστηση και υπερηφάνεια, είναι σίγουρος πια, θα μείνει για πάντα στην Ιστορία, ως ο πιο επιτυχημένος υπουργός των οικονομικών όλων των εποχών, ως ο επιτυχημένος υπουργός των μεγάλων αποφάσεων, μπορεί να αναγνωριστεί στο μέλλον κι η αξία του από το κόμμα και την παράταξη, να γίνει ακόμη και πρωθυπουργός. Ποιος ξέρει!
Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι το κλουβί του Αλκιδάμα, για όσον καιρό υπήρξε σε λειτουργία, αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, έπαψε πια να είναι χρεωμένη σε ξένους πιστωτικούς οργανισμούς και ιδρύματα, άρχισε να νιώθει από τούδε και στο εξής αυτάρκεια και να έχει περίσσια αγαθών, σε σημείο τέτοιο μάλιστα, που να σκέφτεται σοβαρά μήπως ήλθε η ώρα να επεκτείνει τον μικρό πλέον ζωτικό της χώρο, που άρχιζε κιόλας να της γίνεται αποπνικτικός, να εξαπλωθεί εις βάρος των γειτόνων της και στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να κυριαρχήσει εν τέλει σε ολόκληρο τον πλανήτη, αν είναι δυνατόν.
Κι όλα αυτά τα χρωστούσε στον Αλκιδάμα ή, καλύτερα, στο πέος του Αλκιδάμα και τον αρρωστημένο σεξουαλισμό του. Για μια ακόμη φορά, έτσι, αναδεικνύεται σε ήρωα μεγάλου βεληνεκούς και σε μεγάλο ευεργέτη και σωτήρα της χώρας του. Αυτή τη φορά, όμως, κανείς δεν τολμά, ούτε κι αυτός ο φιλόδοξος υπουργός των Οικονομικών, να τον προτείνει, για μιαν ακόμη φορά, για παρασημοφορία. Το αίμα των θυμάτων ήταν νωπό ακόμη και τα ειδεχθή και αποτρόπαια εγκλήματά του δεν ήταν δυνατόν να ξεχαστούν, παρά το γεγονός ότι όλοι, όσοι είχαν ωφεληθεί τα μέγιστα από τις νέες οικονομικές συνθήκες, κρυφά ή και με ομοϊδεάτες τους, μακάριζαν την ώρα και τη στιγμή που εμφανίστηκε αυτό το τέρας, που τους έφερε τον πλούτο και την ευτυχία με τη δική του δυστυχία, έστω, γιατί κάποια στιγμή θα πρέπει να αποφασίσουμε ότι, πράγματι, ήταν, πρέπει να ήταν, ιδιαίτερα δυστυχισμένο.
Το όνειρο, που ένας ολόκληρος λαός το ζούσε καθημερινά σε στιγμές εθνικής μέθης και αλλόφρονος ενθουσιασμού, δυστυχώς, δεν κράτησε για πολύ. ΄Όλα τα κατέστρεψε μέσα σε μια στιγμή η ματαιοδοξία και η αμυαλιά μιας γυναίκας: της συζύγου του Αντιβασιλέως και πρώτης κυρίας της χώρας, αφού ο βασιλικός θρόνος εχήρευε εκείνα τα χρόνια. Θέλησε η ανόητη να φωτογραφηθεί με τον Αλκιδάμα για να καυχηθεί αργότερα για μιαν ακόμη φορά στις άσπονδες φίλες της, παρά τις επίμονες αντιρρήσεις, βέβαια, των επιφορτισμένων με την φροντίδα του και τους φόβους των ανδρών της φρουράς της. Η διαταγή είναι διαταγή και κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεσή της σ’ αυτού του είδους τα καθεστώτα.
΄Έτσι, άνοιξε για λίγο το κλουβί και η σύζυγος του αντιβασιλέως μπήκε μέσα, ευσταλής και συγχρόνως περήφανη για τη μοναδικότητα του εγχειρήματός της, γεμάτη περιφρόνηση για τους ανόητους και απλοϊκούς φόβους των συνοδών της. Τα φλας άστραψαν στη στιγμή και το γεγονός φάνηκε ότι είχε απαθανατιστεί. Ο θρίαμβος στο βλέμμα της γυναίκας όμως δεν κράτησε για πολύ. Εκεί που όλοι την παρότρυναν να βγει πια έξω απ’ το κλουβί, δεν υπήρχε άλλωστε λόγος να κάθεται περισσότερο δίπλα στο τερατόμορφο δημιούργημα της Φύσης και της Κοινωνίας, ο Αλκιδάμας κινήθηκε με ταχύτητα αστραπής και, πριν προλάβει κανείς να αντιδράσει, την άρπαξε από την μέση, τη γύμνωσε σε κλάσματα δευτερολέπτου, ξεσχίζοντάς της με μανία και πάθος αληθινό τα πολυτελή ενδύματα και το πέος του ορμητικότατο από την πολύχρονη αχρησία, ίσως, διατρυπά το διάτρητο κι από άλλες πλην όμως ηδονικότατο αιδοίο της, ενώ η ίδια, σε αντίθεση με τα άλλα θύματα του τέρατος, βογκάει από ηδονή κι απέραντη ευχαρίστηση.
Aυτό ήταν και το τέλος του Αλκιδάμα. Οι φρουροί, παρά τις τρομερές προσπάθειες που κατέβαλαν, δεν κατάφεραν να τον αποκολλήσουν απ’ το κορμί της συζύγου του Αντιβασιλέως, και γι’ αυτό τον σκότωσαν επί τόπου, πυροβολώντας τον με τα ισχυρά όπλα, που κρατούσαν στα χέρια τους, προσέχοντας ταυτόχρονα να μην πληγώσουν με οποιονδήποτε τρόπο το κορμί της γυναίκας, που σπαρταρούσε, μάλλον από ηδονή, καθώς το πέος του τέρατος, σαν έμβολο μηχανής, μπαινόβγαινε με ορμή στο γλαφυρό αιδοίο της. Δυστυχώς όμως, δεν πρόλαβαν ολόκληρο το κακό. Ο τελευταίος σπασμός του ήρωα Αλκιδάμα, με τον οποίο εγκατέλειψε για πάντα τον μάταιο τούτο κόσμο, ήταν συγχρόνως και ο τελευταίος ερωτικός σπασμός, με τον οποίο το τεράστιο πέος του άρχισε να εκσπερματώνει και να πλημμυρίζει με το εκχυνόμενο υγρό του τον κόλπο της Αντιβασίλισσας. Οι φωτογραφικές μηχανές, που άστραπταν συνεχώς, από τη στιγμή που μπήκε η γυναίκα στο κλουβί μέχρι και την αποχώρησή της στη συνέχεια, απαθανάτισαν και αυτό το συγκλονιστικό, κατά τα άλλα, γεγονός, πλην όμως δεν επετράπη ποτέ η δημοσίευση κάποιας σχετικής φωτογραφίας ενώ τα φιλμ κατασχέθηκαν την ίδια στιγμή απ’ την αστυνομία. ΄Έτσι, λόγω και της λογοκρισίας που ίσχυε πάντα, ο λαός άργησε πολύ να πληροφορηθεί το γεγονός, μέχρις ότου οι συνέπειές του έκαναν αδύνατη πλέον την απόκρυψή του.
Ο Αλκιδάμας πέθανε. Ο θάνατός του, όμως, αποτέλεσε και την αρχή της βασιλείας των τεράτων, αφού η σύζυγος του Αντιβασιλέως ήταν η μόνη γυναίκα, που επέζησε του βιασμού της και, όπως γίνεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, μετά το τέλος του καθορισμένου χρόνου, έφερε στον κόσμο τον γιο του τέρατος, πιστό αντίγραφο του νεκρού πατέρα του. Κανείς δεν τόλμησε να πάρει μέτρα εναντίον του, ίσως γιατί πίστευαν ότι μπορούσε να τους κρατάει πάντα δυνατούς στον οικονομικό τομέα, ίσως και απ’ τον φόβο του Αντιβασιλέως, που δεν θα ήθελε, φυσικά, να πληγώσει την ούτως ή άλλως, πληγωμένη σύζυγό του.
Ο γιος του Αλκιδάμα έζησε, λοιπόν, ανετράφη και μεγάλωσε κρυφά μέσα στην αυλή του Αντιβασιλέως. Κανείς απ’ τους αυτόπτες δεν τόλμησε ποτέ να φανερώσει το παραμικρό κι έτσι το μυστικό κρατήθηκε για χρόνια πολλά. Η κληρονομιά του πατέρα του στο τέλος επικράτησε, ο σεξουαλισμός του τον κατέκλυσε κι άρχισε κι αυτός τα ίδια. Η καλή ανατροφή τον έκανε πιο ευγενικό την ώρα του βιασμού και οι γυναίκες, παρά τις πληγές, επιζούσαν κι έφερναν στον κόσμο τους απογόνους του. Σε λίγα χρόνια το είδος του πολλαπλασιάστηκε τόσο πολύ ώστε να μην αποτελεί πια αντικείμενο για έκθεση στο μουσείο Φυσικής Ιστορίας της χώρας, γιατί έπαψαν πια να αποτελούν την εξαίρεση του κανόνα.
Σήμερα, εκεί εκθέτουν μόνο τους ανθρώπους, γιατί αυτοί αποτελούν πια την εξαίρεση και το είδος που οδηγείται αργά αλλά σταθερά στην εξαφάνιση ενώ τα τέρατα παντού κυριαρχούν. Ας μείνουν, λοιπόν, στα μουσεία μας οι άνθρωποι για να τους μελετούν, όπως πρέπει πάντα να μελετούν την Ιστορία και την Φύση των προγόνων τους, όλες οι επερχόμενες γενιές των τεράτων.
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου