Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Βιογραφικό Ανδρέα Φουσκαρίνη

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα τον Σεπτέμβριο του 1948, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα είναι διευθυντής του Γενικού Λυκείου Ανδραβίδας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ενώ το σχολικό έτος 1985-1986 φοίτησε στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Πάτρας. Παράλληλα δίδαξε για κάμποσα χρόνια σε Κ.Ε.Κ. του Πύργου και σε θέματα πολιτισμού, Ιστορίας Λαογραφίας και διαχείρισης ανθρώπινων πόρων.
Ασχολείται με την Λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας.
΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: «Πρελούντιο», 1980. «Συμπληγάδες Πέτρες και άλλα συναφή», 1982. «Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου», 1983. Επίσης, την «Ανθολογία Ηλείων Λογοτεχνών», 1981 με την συνεργασία των : Γιώργου Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, τη μελέτη : «Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή: Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης», 1990 και τον τόμο: «΄Ανθη της Εσπερίας»,1994 που περιλαμβάνει μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελλιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου του Πάριου και άλλων.
΄Εχει συνεργαστεί στην έκδοση των περιοδικών εντύπων: «Ανδρέας Καρκαβίτσας» και «Διάλογος» της Μορφωτικής ΄Ενωσης Λεχαινών, «Εκ Παραδρομής» της Πολιτιστικής Εταιρίας «Φράγμα» και «Δροσελή» της Κίνησης των Πολιτών για την Οικολογία και το Περιβάλλον των Λεχαινών.
Κείμενά του βρίσκονται δημοσιευμένα στα περιοδικά: «Διαβάζω», «Ανδρέας Καρκαβίτσας», «Διάλογος», «Εκ Παραδρομής», «Δροσελή», «Αλφειός» Πύργου, «Υδρία» Πατρών, «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων, «Οροπέδιο» καθώς και σε άλλα έντυπα και εφημερίδες του Εσωτερικού και Εξωτερικού. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά.
΄Εχει για έκδοση ακόμη μια συλλογή διηγημάτων και συνάμα μια συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Φρυκτωρίες», καθώς και μια νέα ανέκδοτη ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Νύχτες»» και τα μυθιστορήματα «Τη νύχτα που σκοτώσαν το Μιχάλη» και «Ο ΄Εγκλειστος της Απάμειας». ΄Εχει χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορα ψευδώνυμα, μεταξύ των οποίων και τα: «Αρχίλοχος Ναβίδης», «Σεβαστοκράτωρ Σεβαστιανός Δοριάλωτος» και άλλα.
Για χρόνια κρατούσε τη στήλη του χρονογραφήματος στην εφημερίδα «Πρωινή» ενώ παράλληλα δημοσίευε και άλλου είδους κείμενά του στην εν λόγω εφημερίδα. ΄Εχει διατελέσει και διευθυντής πολιτισμού και αθλητισμού στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηλείας.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Ημιτελές σχέδιο τηλεοπτικού σεναρίου

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Αυτή με κόκκινα μαλλιά και πράσινες κάλτσες μπελ επόκ.
Αυτός πάσχων εκ πριαπισμού, ατημέλητος και κακεντρεχής. Κατάσταση θλιβερή και αθεράπευτη, κατάλληλη μόνο για μελό παρωχημένης εποχής.
Συναντώνται εσκεμμένως και εν κρυπτώ στα διάκενα που αφήνει ο χρόνος ανάμεσα σε δύο εκσπερματώσεις και τέσσερα αναφιλητά.
Αποτέλεσμα κανένα. Αναμενόμενο άλλωστε. Απόφαση καμιά. Οι υλακές της νύχτας δεν επιτρέπουν τελικά την τελεσφόρηση των πόθων και την αυτόματη υγροποίηση των οδυρμών και του πάθους.
Με μεγάλα καλλιτεχνικά γράμματα το τέλος. Δεν αναγράφονται πουθενά ονόματα ηθοποιών, σκηνοθέτη, σκηνογράφων, τεχνικών κ.λπ. Προς τι άλλωστε, αφού την ιστορία τη γράφει η ίδια η ζωή και όχι ένας χαρισματικός σεναριογράφος.
Εν τέλει τα γεγονότα διεξήχθησαν αλλιώς. Ο παραγωγός που θα αναλάμβανε την εκτέλεση του ανωτέρω σχεδίου τόριξε στην προαγωγή και προστασία ωραίων και εύκολα ερωτεύσιμων γυναικών, δημιουργώντας προς τούτο κέντρα ηδονής σε ολόκληρη την επικράτεια προς μεγάλη ευχαρίστηση εμένα και των οικείων μου που τώρα είναι απολύτως σίγουροι ότι δεν πρόκειται να στερηθούν ποτέ την αναγκαία σε αυτούς αλλά και αναντικατάστατη παρουσία μου.
Αυτά για τους άλλους. Προσωπικά ελπίζω όμως να ευοδωθούν κάποτε οι σκοποί μου και οι στόχοι μου για να αντιληφθούν όλοι τέλος πάντων ότι κάτι αξίζουμε κι εμείς που δεν βγήκαμε ακόμη στο κουρμπέτι γιατί δε βρήκαμε εκδότη ή παραγωγό.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Καβαλάρηδες του Ουρανού

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Στα χάνια κανείς δεν σταματάει πια για να ταΐσει τ’ άλογά του, να φάει και να κοιμηθεί τινάζοντας με απέχθεια από πάνω του την κούραση μιας μέρας που πέρασε εν αγνοία του. ΄Άλλωστε, χάνια δεν υπάρχουν σήμερα, αντικαταστάθηκαν επιτυχώς από άλλου είδους καθιδρύματα.
΄Έτσι ο διαβάτης στέκεται λίγα μόνο λεπτά της ώρας στα επί τούτω ιδρυθέντα καταστήματα στις στροφές των εθνικών οδών, πίνει με απόλαυση το γλυκύ βραστό του ή τον μέτριο, καπνίζει αρειμανίως το τσιγάρο του και ατενίζει με βλέμμα απλανές τους μακρινούς ορίζοντες των λογισμών του, τους οποίους στην πραγματικότητα δεν βλέπει σχεδόν ποτέ, γιατί είναι πάντα αφηρημένος και αδιάφορος, άλλα τραβούν την προσοχή του, το οδόστρωμα και οι στροφές ή τα χιλιόμετρα που καταπίνει καθημερινά η μηχανή του. ΄Ύστερα, την καβαλάει με επιδεξιότητα ιππότη και χάνεται από τα μάτια σου, για πάντα ίσως, μοναχικός καβαλάρης του παρόντος και αθεράπευτος εχθρός του μέλλοντος.
Σχεδόν πάντα, στη στροφή του δρόμου, τον περιμένει ο θάνατος ή μια γκομενίτσα. Για τον ίδιο η διάζευξη δεν σημαίνει και πολλά. Με την ίδια διάθεση, την ίδια προθυμία με την οποία μπορεί να πλαγιάσει με τη γκομενίτσα, στα διάκενα της ευθύγραμμης πορείας του χρόνου του, με την ίδια ακριβώς εναγκαλίζεται και τον θάνατο που τον παραμονεύει, σίγουρος πάντα για την τελική κατάληξη του ταξιδιού του. Γι’ αυτόν ο έρωτας δεν είναι τίποτα, μια πράξη από συνήθεια και ανάγκη μόνο, κάποτε από βαριεστιμάρα και ανία, που την επιτελεί μηχανικά και με τα μάτια στους δείχτες του ρολογιού του γιατί συνέχεια βιάζεται και το σπουδαίο είναι να σφίγγει τα ρωμαλέα σκέλη του με ηδονή στη σέλα του μηχανικού αλόγου του και να βυθίζεται στα σύννεφα, αλλόκοτος καβαλάρης του Ουρανού.
Κοιτάζει πάντοτε μπροστά, κάθε άλλη κατεύθυνση την αγνοεί, όπως και κάθε παρέκκλιση απ’ την πορεία του, δεν είναι άντρας ή γυναίκα, είναι άγγελος ασώματος και διαφανής που τόσκασε απ’ τη φωλιά του και τώρα ήρθε η ώρα να επιστρέψει νικητής, τροπαιοφόρος, αιώνιος καβαλάρης του σύμπαντος κι αυτό του φτάνει, δεν δέχεται άλλη ιδιότητα ή χαρακτηρισμό, βυθίζει τα σπιρούνια του στα πλευρά του αλόγου του με πάθος αληθινό και τρυφερότητα, όπως, ενδεχομένως, κάποιος άλλος το πέος του στο μαλακό αιδοίο τρυφερής παρθένας και νιώθει απέραντα ευτυχισμένος γι’ αυτό κι αυτό τον υπακούει και καλπάζει ασταμάτητα αφήνοντας πίσω του τη μαύρη γραμμή του θανάτου. Είναι απολύτως φυσικό λοιπόν να αποφεύγει επιμελώς το πλήθος, ποτέ δεν θα τον δείτε με παρέα στα γήπεδα και τις συγκεντρώσεις ή σε συναυλίες λαϊκής μουσικής κι αν χορέψει, χορεύει μόνο ζεϊμπέκικο ή ροκ εν ρολ, μοναχικά κι απόκοσμα.
Ο Τέλης, ο Τάκης, ο Νώντας, ο Τρύφωνας, ο Θάνος. Αυτή είναι εν τέλει η ζωή τους. ΄Έτσι ζουν. Η ιστορία του ενός είναι η ιστορία και του άλλου, η ιστορία όλων. Δεν υπάρχουν διαφορές ή ιδιαιτερότητες. ΄Η μάλλον υπάρχουν αλλά ελάχιστες κι ασήμαντες. Είναι πνεύματα αγαπημένα που την κατάλληλη στιγμή χάνουν ολοσχερώς το γήινο περίβλημά τους και κόβουν την ανάσα των φιλήσυχων ανθρώπων που καθημερινά χτυπούν την κάρτα στη δουλειά τους αγόγγυστα κι αδιαμαρτύρητα.
Μια πιθανή αφήγηση λοιπόν δεν είναι δυνατόν να περιλάβει ατομικά χαρακτηριστικά κι ασήμαντες λεπτομέρειες για να γεμίσει τα κενά της γι’ αυτό και μένουμε στην περιγραφή γιατί αυτή και μόνο αυτή δηλώνει και σημαίνει τα πάντα, όπως ακριβώς και οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν στις διάφορες περιστάσεις της ανθρώπινης ζωής με τον ιδιαίτερο ήχο τους κάθε φορά.