Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

Ερωτες χωρικού ήτοι βίος και πολιτεία του Στάθη

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, όπως θα θυμούνται οι παλαιότεροι, τα ήθη στην Ελληνική επαρχία ήταν ιδιαζόντως σκληρά. Η κοινωνία εκείνη, για όσους το αγνοούν, προερχόταν από έναν καταστροφικότατο εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος έστρεψε τους μισούς ΄Έλληνες εναντίον των άλλων μισών, τον αδελφό εναντίον του αδελφού, τον πατέρα εναντίον του γιου και αντιστρόφως, και η νίκη της μιας παράταξης, με τη βοήθεια ξένων δυνάμεων, μετέτρεψε τη χώρα σε ένα απέραντο στρατόπεδο, από το οποίο όλοι ήθελαν να δραπετεύσουν. ΄Έτσι, ακολούθησε η μεγάλη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, ώστε στην επαρχία να παραμείνουν τελικά, κυρίαρχοι του χώρου και διαχειριστές των πραγμάτων, τα πιο οπισθοδρομικά στοιχεία του λαού.
Η κοινωνία αυτή, λοιπόν, είχε καθορίσει αυστηρούς κανόνες στις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές, καταπιεστικούς και απαραβίαστους, για όσους ήθελαν να ζήσουν ήσυχοι, χωρίς προβλήματα και αγωνίες. Ιδιαίτερα αυστηροί ήταν οι κανόνες, που καθόριζαν τις κινήσεις και τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα, οι οποίες ήταν αυστηρά περιχαρακωμένες, με όρια διακριτά και απαραβίαστα. ΄Όπως ήταν φυσικό, η παράβαση αυτών των κανόνων μετέτρεπε το άτομο σε αποσυνάγωγο και, κάποτε, και σε αποδιοπομπαίο τράγο. Συνεπώς, η μόνη αποδεκτή σχέση ανάμεσα σε άντρα και γυναίκα, εκτός, βέβαια, από την στενά συγγενική, ο μόνος αποδεκτός έρωτας, για να μπούμε επιτέλους και στο θέμα μας, ήταν ο ευλογημένος από την Ορθόδοξη Εκκλησία στα πλαίσια πάντα ενός καλά συμφωνηθέντος γάμου. Εννοείται ότι τα ίδια ίσχυαν και για τα μέλη άλλων θρησκευμάτων. Θα έλεγα μάλιστα ότι εδώ τα ήθη ήταν περισσότερο αυστηρά, γιατί έτσι, ίσως, οι μειονότητες κατορθώνουν να συντηρηθούν και να αναπαραχθούν.
Αυτή η αυστηρότητα των ηθών, βέβαια, δεν σημαίνει ότι εξάλειψε από το πρόσωπο της γης κάθε διάθεση για παραβίαση. Πάντα μέσα στις κοινωνίες, όσο κλειστές, σκληρές ή αυστηρά ελεγχόμενες κι αν είναι, θα υπάρχουν τα άτομα εκείνα, που ο τράχηλός τους δεν σηκώνει κανενός είδους καταπίεση, που αρνούνται να υποταχτούν και ένα πρωί τα βροντάνε όλα και παραβαίνουν προκλητικά τους κανόνες ή αναχωρούν για άλλους τόπους, όπου οι άνθρωποι είναι πιο διακριτικοί και η κοινωνία πιο ανεκτική και ελεύθερη. Πάντα, όμως, κάθε παρέκκλιση, είτε ο παραβάτης συνέχιζε να παραμένει στον τόπο του εγκλήματος,, αν μπορούσε, είτε έφευγε μακριά, θα έδινε λαβή, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, για συζητήσεις και επιτιμήσεις κάθε είδους, στα δε μεγαλύτερα ατοπήματα για αποκλεισμούς και για διωγμούς, ακόμα και στην ίδια την οικογένεια. Μιλάμε για δράματα, που δεν είναι πάντα γνωστά στο ευρύτερο κοινό.
Είναι απορίας άξιο, που τα θυμήθηκα όλ’ αυτά σήμερα. ΄Έτσι, ίσως να νόμιζε κάποιος, που δεν γνωρίζει τα πράγματα σε βάθος. Το πρωί όμως κάποιος με ρώτησε για τον Στάθη, ένα φίλο των παιδικών και των εφηβικών μου χρόνων. Μαζί στο δημοτικό, μαζί στο γυμνάσιο. Μέχρι εκεί, όμως. Από κει και πέρα χάνει ο ένας τα ίχνη του άλλου. Αυτά πρόκειται να αναζητήσω τώρα, ύστερα από την παράκληση του άλλου.
Ασταθής ως χαρακτήρας ο Στάθης, παρά την περί του αντιθέτου διαβεβαίωση του ονόματός του, λούμπεν ως προς την καταγωγή και την συμπεριφορά, στην πραγματικότητα όμως ένα πραγματικά αγαθό στοιχείο στα χρόνια εκείνα, ήταν ταυτόχρονα και ένας σχετικά υπάκουος και καλός μαθητής. Του άρεσε το διάβασμα και η γνώση. Αυτά την ώρα που λειτουργούσε το σχολείο, γιατί τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας και, πολλές φορές, της νύχτας θα τον έβρισκες, όπου σκανταλιά κι όπου αταξία. Και φυσικά, όπου δημόσιο ή ιδιωτικό θέαμα ή ακρόαμα (σε λίγο θα καταλάβετε τι εννοώ) πάντα πρώτος και καλύτερος. Και πάντα πληροφορημένος.
Είναι πολύ δύσκολο να ξεκινάς να γράψεις τη βιογραφία κάποιου και να σου λείπουν τα στοιχεία! ΄Όμως για τον Στάθη θα προσπαθήσω να το κάνω, γιατί ήταν μια περίπτωση μοναδική, που αξίζει να μην ξεχαστεί, τουλάχιστον από εκείνους που σε κάποια στιγμή της ζωής τους, τον γνώρισαν λίγο ή πολύ, δεν έχει σημασία το πόσο. Εξάλλου και οι νεώτεροι θα πρέπει να μάθουν κάτι γι’ αυτόν, αφού το όνομά του ακούγεται συχνά σε συζητήσεις, αλλά κανείς ποτέ δεν ξέρει κάτι περισσότερο για να προσθέσει στα όσα είναι ήδη γνωστά από το παρελθόν.
Προερχόταν από οικογένεια αγροτική, για την ακρίβεια ακτημόνων εργατών της γης, σύμφωνα με την μαρξιστική ορολογία, της οποίας ήταν πραγματικός θαυμαστής και θιασώτης, που δύσκολα τα έβγαζε πέρα, απ’ τη στιγμή μάλιστα που είχε να θρέψει πέντε κορίτσια και δύο αγόρια ακόμη, όλα μικρότερα από τον Στάθη. ΄Ήταν φυσικό, λοιπόν, να περάσουν τα παιδικά τους χρόνια μέσα στη μαύρη δυστυχία. Σ’ αυτό συνέτεινε, βέβαια, και το γεγονός ότι ο πατέρας του, σέμπρος στα χτήματα της εκκλησίας του χωριού, με πολύ μικρό εισόδημα από τις υποτυπώδεις καλλιέργειες των χτημάτων αυτών, μετά την ολοήμερη εργασία του, πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, πάντα στην ταβέρνα του Σκορδάκη, όπου έπινε ξεροσφύρι το κρασί του, μοναχικός και σιωπηλός, αμίλητος καλύτερα, μέχρι να ‘ρθει η ώρα να γυρίσει σπίτι του, εξαντλημένος από το ποτό, τη δουλειά και τη νηστεία. Πέθανε από κίρρωση του ήπατος, όταν ο Στάθης φοιτούσε ακόμη στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, την οποία, φυσικά, δεν ολοκλήρωσε εκείνη τη χρονιά. Αποφοίτησε έναν χρόνο μετά.
Δεν ξέρω πώς να συνεχίσω. Η αφήγηση δεν είναι συνεχής αλλά αποσπασματική, αφού μου λείπουν πολλά κομμάτια αυτού του μεγάλου αινίγματος, που είναι για όλους μας η εξιστόρηση της ζωής, ή, καλύτερα, κάποιων στιγμών της ζωής του Στάθη. Να, τούτη τη στιγμή μου έρχονται στο νου δυο περιστατικά από τη ζωή του έφηβου Στάθη, για να συνδέσουμε και την αφήγηση με τις πρώτες προτάσεις αυτού του κειμένου και τη σκληρή δεκαετία του 1960.
Θα πήγαινε στην τρίτη γυμνασίου τότε, όταν μαθεύτηκε σ’ ολόκληρο το χωριό –πώς θα ήταν δυνατόν, άλλωστε, να μείνει κρυφό σ’ έναν τέτοιο τόπο, όπου η ζωή του καθενός βρισκόταν υπό τον συνεχή και ανελέητο έλεγχο του άλλου;- ότι μια γνωστή γυναίκα τροφαντή, σύμφωνα με το ιδεώδες της εποχής και του τόπου, που πρόσφατα είχε χηρέψει, ούσα ακόμη πάνω στον ανθό της ηλικίας της, τα έφτιαξε με τον νεαρό ταχυδρόμο του χωριού και μέρα παρά μέρα, ή, καλύτερα, νύχτα παρά νύχτα, συναντιόνταν για τις ερωτικές τους συνευρέσεις σε παρακείμενο, σκοτεινό ελαιώνα, όπου δύσκολα μπορούσε να τους δει κανείς την ώρα της πράξης, εκτός κι αν στεκόταν κάπου γύρω κρυμμένος.
΄Όταν κάποιος έπαιρνε είδηση το γεγονός, ειδοποιούσε όλους τους πιτσιρικάδες της γειτονιάς και τρέχαμε όλοι αλλόφρονες, χωρίς πραγματικά να ξέρουμε το γιατί, και με φωνές και πετροβολητά τους αναγκάζαμε να διακόψουν αυτομάτως κάθε ενέργεια, πολλές φορές, φαντάζομαι τώρα που μεγάλωσα πια, πάνω στην πιο γλυκιά στιγμή, την πιο ηδονική της όλης πράξης. ΄Έτσι είχαμε δει να κάνουν και οι μεγαλύτεροι σε άλλες περιπτώσεις και τους μιμούμαστε με ακρίβεια. Εννοείται ότι, συγχρόνως, το βάζαμε στα πόδια γιατί, έλεγαν, όσοι το είχαν νιώσει, ότι ήταν πολύ βαρύ το χέρι του ταχυδρόμου.
Ο Στάθης φαίνεται ότι ήταν ή πιο πονηρός από τους υπόλοιπους συνομηλίκους του, ή γνώριζε βαθύτερα αυτά τα θέματα, που εμείς μόλις που υποψιαζόμαστε τη σπουδαιότητά τους. Ανακάλυψε έναν τρόπο να απολαμβάνει μέχρι τέλους, δίχως διακοπή, το θέαμα και τον έθεσε αμέσως σε εφαρμογή, μόλις αντιλήφθηκε την επικείμενη συνάντηση του ζεύγους. Είχε εντοπίσει ότι το ζευγάρι χρησιμοποιούσε πάντα ως κρεβάτι τη ρίζα της ίδιας πάντα ελιάς, ίσως γιατί εκεί υπήρχε ένα μικρό πλάτωμα χωρίς προεξοχές ή κοιλότητες του εδάφους. Από νωρίς, λοιπόν, μαζί με το πρώτο νύχτωμα ανέβαινε πάνω στο δέντρο και περίμενε με υπομονή τη μαγική στιγμή, κρυμμένος καλά μες στα πυκνά φυλλώματα της ελιάς, όπως στους πλανόδιους κινηματογράφους την έναρξη του θεάματος. Εννοείται ότι δεν ειδοποιούσε πια κανέναν, όχι τόσο γιατί θα μοιραζόταν το θέαμα και το ακρόαμα με άλλους αλλά γιατί φοβόταν μήπως με τα πετροβολητά τα χαλάσουμε όλα.
΄Ένα βράδυ, από τα πολλά που βρέθηκε στο βολικό στέκι του δέντρου απολαμβάνοντας θεάματα που άλλοι θα πλήρωναν αδρά για να απολαύσουν, η τύχη τα είχε προσχεδιάσει διαφορετικά. Το ζευγάρι στη ρίζα του δένδρου φαινόταν ότι είχε φτάσει στο υπέρτατο εκείνο σημείο της ηδονής μετά το οποίο επέρχεται φυσιολογική χαλάρωση, αλλά ο Στάθης άκουγε χωρίς να βλέπει, γιατί ένα κλαδί του εμπόδιζε τη ματιά. Μετακινήθηκε ελαφρά, ώστε να μπορέσει να απολαύσει με πληρότητα ό,τι γινόταν στο έδαφος. Η κίνηση αυτή όμως του στάθηκε μοιραία, δεν μπόρεσε να κρατηθεί πάνω στο δέντρο, γλίστρησε και έπεσε με πάταγο πάνω στα μισόγυμνα κορμιά των εραστών. Το τι έγινε στη συνέχεια, καμία γραφίδα συγγραφέα δεν μπορεί να περιγράψει με πειστικότητα. Το μόνο που μπορώ να πω, γιατί δεν ήμουν και παρών, ήταν ότι το ζευγάρι, όταν άρχισε να συνέρχεται κάπως μετά από το πρώτο ξάφνιασμα και τον απρόσμενο πόνο στα κορμιά τους με την πτώση τόσων κιλών, τον ξυλοφόρτωσε με τέτοιο τρόπο, που για μέρες κρυβόταν, γιατί ολόκληρο το πρόσωπό του μεταμορφώθηκε σε μαύρη μάσκα.
Εκείνη την περίοδο ο Στάθης φαίνεται ότι είχε ανακαλύψει και την υπέρτατη ηδονή που προερχόταν από γενναίες δόσεις αυνανισμού. ΄Έτσι, όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, συνήθιζε να τον παίζει πάνω στην ελιά προσπαθώντας να συγχρονιστεί με το ζευγάρι του εδάφους. Μια νύχτα, λοιπόν, πανευτυχής από την ηδονή, την ώρα της εκσπερμάτωσης, δεν πρόσεξε αμέσως ότι το σπέρμα του χυνόταν μέσα στο ολάνοιχτο από τους αναστεναγμούς της ηδονής στόμα της χήρας, η οποία τελειώνοντας εν πλήρει απορία, «καλά, εσύ, χύνεις και με το πάνω κεφάλι τώρα;», του είπε. Ο ταχυδρόμος, μετά το πρώτο ξάφνιασμα συνειδητοποίησε τι γινόταν και έστρεψε το βλέμμα του στα φυλλώματα του δέντρου, όπου είδε πάλι τον Στάθη να κουμπώνει με βιασύνη το παντελόνι του. «Πουλάκι μου», γρύλισε, «εσύ είσαι πάλι; Τώρα θα δεις τι θα γίνει». ΄Ήταν η δεύτερη φορά που ο Στάθης ξαναχάθηκε για μέρες από το πρόσωπο συγγενών και φίλων λόγω μπλαβίσματος αρκετών μελών του κορμιού του.
Δεν μπορώ να ξέρω, δυστυχώς, με κάθε λεπτομέρεια, πόσο δραστήρια μπορεί να ήταν η ερωτική ζωή του Στάθη κατά τη διάρκεια της εφηβικής του ηλικίας. Αυτά τα πράγματα, ακόμη κι όταν φαίνεται ότι τα συζητούν με κάθε ειλικρίνεια οι έφηβοι, δεν είναι δυνατόν να τα δεχτεί κανείς ως αληθινά, όση καλή πρόθεση κι αν διαθέτει. Είναι γνωστό πως μεγαλοποιούν τα γεγονότα, ότι η φαντασία τους οργιάζει, ότι πολλές φορές θεωρούν τις φαντασιώσεις ή τις επιθυμίες ως πραγματικά γεγονότα κι ότι η κυριαρχία του εγώ τους είναι καταλυτική. Λένε το ψέμα χωρίς να το καταλάβουν κι όταν το καταλαβαίνουν, είναι αργά για να το πάρουν πίσω. ΄Έχουν μια τάση προς το παραμύθι και τείνουν προς το απραγματοποίητο ή στην παρουσίαση του εαυτού τους ως μεγάλων κατακτητών. Στα ερωτικά νομίζουν ότι αποτελούν πάντα μια τελευταία εκδοχή του Μεγαλέξαντρου.
Για τα ερωτικά του Στάθη, λοιπόν, ελάχιστα θα πω ακόμη. Και βέβαια θα αποκαλύψω δημοσίως μετά από τόσα χρόνια ότι αυτός ήταν που μας έμαθε τον αυνανισμό στην πρώτη Γυμνασίου. Μας δίδαξε, κυριολεκτικά, σαν δάσκαλος και επέμενε μάλιστα σαν δάσκαλος, γιατί στην αρχή ούτε καταλαβαίναμε τι κάναμε, ούτε πώς το κάναμε και, κυρίως, γιατί το κάναμε. Ο Στάθης μας δίδαξε, λοιπόν, και τον αυνανισμό αλλά αργότερα, όταν πηγαίναμε στην Πέμπτη Γυμνασίου, και τον αγοραίο έρωτα. Εκείνος συνέχιζε πάντα να επισκέπτεται τα πορνεία της περιοχής, όταν οι συνθήκες, κυρίως οι οικονομικές, του το επέτρεπαν. Εμάς, έπρεπε να μας πάει κάποιος με τη βία. Προφανώς, αργήσαμε να μεγαλώσουμε.
΄Έχει ενδιαφέρον να αφηγηθεί κανείς το γεγονός της πρώτης επίσκεψης του Στάθη στο ναό αυτόν της πάνδημης Αφροδίτης, όπου τον οδήγησαν μεγαλύτεροι και πιο ξεσκολισμένοι, σε σύγκριση με εκείνον, νεαροί της εποχής. Μπήκε, λοιπόν, δειλά - δειλά μέσα στο δωμάτιο της πόρνης. ΄Η μάλλον κάποιος τον έσπρωξε βίαια βλέποντάς τον να διστάζει. «Γδύσου», του είπε κάπως απότομα η γερασμένη ιέρεια της θεάς του έρωτα και της πληρωμένης ηδονής, κοιτάζοντάς τον αδιάφορη από πάνω μέχρι κάτω, «τι περιμένεις, άραγε;».
Ο Στάθης τάχασε, γρήγορα όμως συνήλθε και άρχισε να γδύνεται, αφού αυτός βέβαια ήταν ο κανόνας, ή τουλάχιστον νόμισε ότι γδύθηκε. ΄Έβγαλε τα παπούτσια του, το παντελόνι και το σώβρακο κι έμεινε με το πουκάμισο και τη γραβάτα. Το τρακ του ήταν τέτοιο που, όταν τον ρωτήσαμε αργότερα, δεν θυμόταν να μας πει, αν ολοκλήρωσε.. Δεν ήταν σίγουρος δηλαδή, αν πήγαν χαμένα τα λεφτά του. Την ώρα που σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι για να ντυθεί, έμπαινε η τσατσά μες στο δωμάτιο για να μαζέψει, πιθανόν, ότι σκουπίδια άφησαν οι δυο τους και ν’ αδειάσει τη λεκάνη με το νερό. «Ρε μαλάκα, με τη γραβάτα και τις κάλτσες γάμησες απόψε;», του είπε κι έσκυψε να πάρει τη λεκάνη. Ο Στάθης, κόκκινος σαν παπαρούνα, ντύθηκε στα γρήγορα και όπου φύγει φύγει.
Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών ακολούθησε το ακαδημαϊκό στάδιο ως φοιτητής της Φιλοσοφικής. Ο θεός να τον κάνει φοιτητή, βέβαια! Το μόνο που δεν τον ενδιέφερε ήταν οι σπουδές του. ΄Άλλα ήταν τα ενδιαφέροντά του. Ανήκε στην ομάδα των φοιτητών της σχολής, που αυτοαποκαλούνταν «παγκακιστές», κι αυτό γιατί περνούσαν τις περισσότερες ώρες της ημέρας στους διαδρόμους της σχολής κι όχι στις αίθουσες ή τα αμφιθέατρα, καθισμένοι στα παγκάκια, όπου συζητούσαν ή, καλύτερα, προσπαθούσαν να συζητήσουν και ταυτόχρονα να συνάψουν σχέσεις με κάποιο θηλυκό περιφερόμενο, όπως κι αυτοί, στους διαδρόμους. Η επιτυχία δεν ήταν πάντα εξασφαλισμένη, για τον Στάθη όμως, που ήταν αρκετά θρασύς, τα πράγματα πήγαιναν σχετικά καλύτερα.
Το μεγάλο πρόβλημα του Στάθη ήταν ο άστατος χαρακτήρας του. Λόγω αυτού αδυνατούσε παντελώς να συνάψει την οποιαδήποτε μόνιμη και σταθερή σχέση, παρά το γεγονός ότι το όνομά του δήλωνε το αντίθετο. Από ό,τι μπορώ να θυμηθώ αυτή τη στιγμή πάντα είχε κάποιες ερωτικές περιπέτειες, πλην όμως σύντομες και χωρίς την προοπτική του μέλλοντος, με λούμπεν κυρίως στοιχεία, υπηρέτριες που τις καμάκωνε στο Ζάππειο την ώρα της εξόδου τους, Πέμπτες και Κυριακές. Ο έρωτας , όπως και να το κάνουμε, και στη μεγάλη πόλη και παντού, είτε γίνεται στο σπίτι, είτε στο παγκάκι του πάρκου τη νύχτα, είναι καθαρά προσωπική υπόθεση, εκτός κι αν κάποιος βέβαια είναι πρωθυπουργός κι από τη σχέση του εξαρτάται η ασφάλεια ή το μέλλον του κράτους του και στην προκείμενη περίπτωση ο Στάθης δεν ήταν ούτε καν υπουργός. Παρά ταύτα, όμως, ήταν αρκετά μυστικοπαθής και δεν άνοιγε εύκολα την καρδιά του ώστε να ξέρω κάτι παραπάνω, άλλωστε περιστατικά που δεν τον ενδιέφεραν καθόλου, προφανώς, δεν εγγράφονταν και στον εγκέφαλό του και, συνεπώς, η μνήμη του δεν συγκρατούσε τίποτα περισσότερο από μια γλυκιά εικόνα χωρίς όνομα ή περιεχόμενο. ΄Έτσι, θα σταματήσω εδώ αυτόν το τομέα της αφήγησης και θα συνεχίσω με κάτι άλλο.
Ο Στάθης ήταν ασταθής σε όλα του, λοιπόν. ΄Έτσι, κάποια στιγμή χάσαμε τα ίχνη του. Κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν, οι εικασίες πολλές και, όπως γίνεται πάντοτε σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπου η φαντασία αφήνεται και οργιάζει, ειπώθηκαν πολλά: ότι παράτησε για πάντα τις σπουδές του για να πάει μετανάστης στη Γερμανία, μισθοφόρος της λεγεώνας των ξένων στην Αφρική, λατζέρης στην Αμερική, μούτσος σε καράβι με σημαία ευκαιρίας κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο. Στην πραγματικότητα κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν, ακόμα και η ίδια του η οικογένεια αγνοούσε τα πάντα για τον ήρωά μας και θα ήθελα να προσθέσω εδώ ότι κανείς ποτέ δεν έμαθε τίποτα σχετικό με αυτή την περίοδο της ζωής του ώστε να πληροφορήσει κι εμάς τους υπόλοιπους.
Μετά την εξέγερση των φοιτητών της Νομικής Σχολής στα 1972 στρατεύομαι ξαφνικά ως επικίνδυνος για το καθεστώς, εγώ που δεν είχα ασχοληθεί με τίποτα, ποιος ξέρει όμως τι πληροφορίες θα είχε συγκεντρώσει το Σπουδαστικό της Γενικής Ασφάλειας, ίσως για τις παρέες μου, δεν εξηγείται αλλιώς, και φεύγω μακριά απ’ την Αθήνα σε μονάδες ανεπιθύμητων, όπως τις έλεγαν τότε και στις οποίες έστελναν πάντα ανθρώπους που θεωρούσαν επικίνδυνους για την καθεστηκυία τάξη. Τον Οκτώβρη του 1973 επιστρέφω στην πρωτεύουσα, ίσως γιατί κατάλαβαν ότι δεν αποτελούσα κίνδυνο για κανέναν και τα γεγονότα της εξέγερσης των φοιτητών του Πολυτεχνείου με βρίσκουν στρατιώτη σε μια μικρή και ασήμαντη μονάδα του λεκανοπεδίου. Σε μια εκπομπή της τηλεόρασης, στην οποία παρουσίαζαν φοιτητές που συνελήφθησαν στα γεγονότα καθώς και άλλους πολίτες σε κάποιο στρατόπεδο της Αθήνας, βλέπω ξαφνικά τον Στάθη. ΄Ήταν αγνώριστος, μεταμορφωμένος, θα έλεγα, από τα πολλά βασανιστήρια που είχε υποστεί. Το θάρρος, με το οποίο μιλάει στον εγκάθετο που παρίστανε τον δημοσιογράφο για να εκμαιεύει απαντήσεις απ’ τους φοιτητές, ήταν εκπληκτικό. Φυσικά αυτό, εκτός των άλλων που εγώ προσωπικά δεν γνώριζα, ήταν που τον έστειλε στη φυλακή και ύστερα στην εξορία σε κάποιο νησί του Αιγαίου μέχρι την πτώση της δικτατορίας.
Τελευταία φορά που συναντηθήκαμε ήταν λίγο πριν από το 1980. Καραφλός, χωρίς μαλλιά, του τα ‘βγαλαν τρίχα τρίχα, μου είπε, τότε στην ασφάλεια, πρόωρα γερασμένος και σε άθλια ψυχική κατάσταση. Είχε αποκτήσει μάλιστα και κάποιο τραύλισμα, μικρό κατάλοιπο των βασανιστηρίων που υπέστη. «Τι έγινε τότε στο Πολυτεχνείο, ρε Στάθη;», τον ρώτησα. «΄Άστα να παν στο διάολο, με γάμησαν οι πούστηδες», μου είπε, «με γάμησαν». Δεν θέλησε να πει τίποτ’ άλλο κι εγώ δεν τον πίεσα περισσότερο, έτσι η συζήτηση τελείωσε εκεί. «Τώρα πού βρίσκεσαι;», τον ρώτησα, «παντού και πουθενά», μου αποκρίθηκε κι αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που ανταλλάξαμε από τότε
Δεν τον ξαναείδα ποτέ. ΄Άκουσα μόνο πως χάθηκε στη Νικαράγουα, πολεμώντας στο πλευρό των Σαντινίστας. Πάλι η φαντασία οργίασε, σκέφτηκα. Την πληροφορία, όμως, μου την επιβεβαίωσε εν μέρει μια νεαρή δημοσιογράφος από την Νικαράγουα, εξόριστη στη χώρα μας μετά την επικράτηση των Σαντινίστας. Πανέμορφη, σαν τα κρύα νερά, έδειχνε σαν κάτι να θυμόταν με νοσταλγία. «΄Έχω υποστεί αμέτρητους βιασμούς», μου είπε, «αλλά αυτός του Στάθη, θεούλη μου συγχώρεσέ με, ήτανε το κάτι άλλο, δεν σου τυχαίνει κάθε μέρα».
Ανδρέας Φουσκαρίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου