Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Η βρύση

Τον τελευταίο καιρό δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά ως ζευγάρι ο κύριος Θανάσης, συνταξιούχος δικαστικός κλητήρας και η κατά είκοσι χρόνια νεώτερή του, πλην όμως ζωηρή συμβία του. Ρε μαλάκα, του έλεγε συχνά, δεν την μπορώ την καλογερική, δεν το καταλαβαίνεις; Πώς να τ’ αντέξω κάθε μέρα κλεισμένη μέσα σαν καλόγρια στο μοναστήρι;
Η γκρίνια έδινε κι έπαιρνε κάθε ώρα και κάθε στιγμή: Μα γιατί νομίζεις, παντρεύεται μία γυναίκα έναν άντρα σαν εσένα; Μόνο για τα ωραία του τα λεφτά και την εξασφάλιση που μπορεί να της προσφέρει; Αμ δε! Χρειάζεται και το άλλο, που όσο περνάει ο καιρός όλο και σπανιότερα το βλέπω! Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο συχνά συμπλήρωνε το λόγο της μ’ έναν τόνο διαταγής στη φωνή της: Θέλω να μου βρεις έναν, τούλεγε, για να μην πάρω τα όρη και τα βουνά, έναν αληθινό άντρα. Αφού εσύ είσαι σχεδόν ανίκανος –και τόνιζε μ’ ένα παρατεταμένο τράβηγμα της φωνής της τις δύο τελευταίες λέξεις. Μια φορά το μήνα ή δύο τι να μου κάνουν!
΄Έσκυβε τότε το κεφάλι ο συνταξιούχος κλητήρας, φόβος και τρόμος άλλοτε των χρεοφειλετών, μπροστά στην ατράνταχτη λογική της γυναίκας του, βρε τι διάολος που είναι, μονολογούσε και προσπαθούσε να συγκρατήσει τα νεύρα του, όταν η συζήτηση έφτανε στο απροχώρητο, πληγωνόταν κιόλας μ΄ όλες αυτές τις αηδίες που άκουγε, δεν κρατιέται με τίποτα η σκύλα, τι να κάνω μαζί της.
Κάνε υπομονή, της έλεγε αλλά τον βασάνιζε συνεχώς αυτή η σκέψη, ως ένα σημείο, άλλωστε, καταλάβαινε ότι είχε, ίσως, κάποιο δίκιο, κάνε υπομονή, κάτι θα γίνει, σαν τι δεν ήξερε ούτε κι ο ίδιος, θα βρεθεί μια λύση, άνθρωποι είμαστε, ζούμε σε συγκροτημένη κοινωνία κι όχι σε κάποια ζούγκλα της Αφρικής.
Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν, τέτοια απόφαση που τούλεγε πώς να την πάρει, πώς να εκτελέσει τέτοια επιθυμία χωρίς να γίνει περίγελος του κόσμου, δεν ήταν εύκολο πράγμα κάτι τέτοιο, μεγάλη η ντροπή, πώς να πεις στον άλλον χωρίς ν’ αυτοκτονήσεις ύστερα από την ξεφτίλα αυτού του είδους, έλα στη γυναίκα μου ν’ ανταποκριθείς στις υποχρεώσεις και τις επιταγές του φύλου σου, πού ζούμε, άλλωστε, σε μια κοινωνία ζούμε με μια τιμή ο καθένας μας που πρέπει να την διαφεντεύει καθημερινά από τις επιβουλές του πλησίον μας. Τουλάχιστον, να βρισκόταν ένας τρόπος να τηρηθούν τα προσχήματα!
Εκείνη όμως επέμενε. Πες πες, το πίστεψε η ίδια και το διακήρυσσε, θα στα φορέσω μέρα μεσημέρι, τον φοβέριζε και θα γελάει κάθε πικραμένος. Γιατί δεν το έκανε, λοιπόν, η ανόητη, να βρει κάποιον μοναχή της, να μην ξέρει τίποτα ο ίδιος και βασανίζεται νυχθημερόν παρεξηγώντας και τα βλέμματα των γύρω του; Αυτό επαναλαμβανόταν μέρα παρά μέρα και τον διαόλιζε κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στο σημείο αυτό όμως πάντα έβρισκε δικαιολογία ο κύριος Θανάσης και έφευγε από το σπίτι του σαν βρεγμένη γάτα, γεμάτος από πίκρα και οργή, μερικές φορές χτύπαγε με δύναμη και την πόρτα, να μην ξεχνάμε κιόλας ποιος είναι τ’ αφεντικό, βλαστήμαγε από μέσα του, άει στο διάολο, μαλακισμένη, διάολε τρισκατάρατε, δεν σε αντέχω πια.
Τις πιο πολλές φορές, βέβαια, δεν έλεγε απολύτως τίποτα, έσκυβε το κεφάλι και αποχωρούσε διακριτικά, φοβόταν όσο δεν έπαιρνε τα βίαια ξεσπάσματά της, έκανε σαν μέγαιρα, σαν τέρας της πιο αποτρόπαιης μυθολογίας κι είχε ένα στόμα που, αν σε στόλιζε με τις βρισιές του, ούτε ο Δούναβης ή κι ο Νιαγάρας μαζί δεν έφταναν να σε ξεπλύνουν.

---------------------------

΄Εχω μια βρύση χαλασμένη, είπε ο κύριος Θανάσης, στείλε το παιδί, παρακαλώ, στο σπίτι να μου τη φτιάσει. ΄Όχι το μικρό, συμπλήρωσε, εκείνο το μεγάλο, πώς το λένε, α ναι, Αντώνη. Ναι, εκείνο το ψηλό.
Εντάξει, συμφώνησε ο μάστορας ο Θόδωρος, παλιός φίλος του Θανάση, γιατί, όμως, αυτόν, μπορώ να πεταχτώ κι ο ίδιος δυο λεφτά, τι φίλοι είμαστε, άλλωστε.
΄Όχι, όχι, επέμενε ο Θανάσης, στείλε το παιδί καλύτερα, να μην σε ταλαιπωρώ εσένα. Εξάλλου θέλω νάμαι μπροστά και θα λείψω όλο το πρωί.
Καλά, θάρθει τ’ απόγευμα ο Αντώνης.
Τι ώρα ακριβώς;
Ε, δεν μπορώ να ξέρω με ακρίβεια την ώρα, τ’ απόγευμα, ό,τι ώρα αδειάσει, έχει κι άλλες δουλειές να κάνει, φτιάνει, βλέπεις, τα υδραυλικά μιας μονοκατοικίας λίγο παραπέρα. Νομίζω τελειώνει σήμερα.

---------------------------

΄Ελα, Αντώνη, από εδώ, τον οδήγησε ο κύριος Θανάσης στο λουτρό. Ο υδραυλικός τον ακολούθησε μηχανικά, ακούμπησε την τσάντα του στο δάπεδο, πλακάκι να σου πετύχει, τρίτης διαλογής, σχολίασε από μέσα του, ανασήκωσε τα μανίκια του και με αργές, τελετουργικές κινήσεις άνοιξε μία μία τις βρύσες του λουτρού.
Είναι όλες εντάξει, σημείωσε, δεν βλέπω βλάβη σε καμία!
Α, ναι; ρώτησε αμήχανα ο σπιτονοικοκύρης. Κοίτα να δεις αφηρημάδα, όχι αυτές οι βρύσες, έχεις δίκιο, μίλησε χαμηλόφωνα, η άλλη, αυτή έχει το πρόβλημα , στο διπλανό δωμάτιο κι έδειξε κατά την κρεβατοκάμαρα του σπιτιού του, πήγαινε, σε παρακαλώ, και μην αργείς, επείγει, όσο δεν μπορείς να φανταστείς, εγώ πάω να κάνω ένα σπουδαίο τηλεφώνημα που τόχα προς στιγμήν ξεχάσει.

-------------------------


Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ήταν ανοιχτή, ο Αντώνης μάζεψε τα εργαλεία του, πήρε στα χέρια του την τσάντα του, που ήταν αφημένη καταγής και μπήκε διστακτικά μέσα στο δωμάτιο.
΄Ελα, του φώναξε η γυναίκα με λαχτάρα ανοίγοντας ταυτόχρονα τη ρόμπα της. ΄Ηταν ολόγυμνη από μέσα όπως η προγιαγιά της η Εύα στον παράδεισο. ΄Ελα, του ξαναφώναξε με πάθος ανομολόγητο και τον άρπαξε από το χέρι, δεν μας βλέπει τώρα, είναι στο τηλέφωνο και μιλάει κι όταν βρίσκεται εκεί, αργεί χαρακτηριστικά.
Η τσάντα του έπεσε από το χέρι, δεν είχε δύναμη πια να την κρατήσει, η γυναίκα του ξεκούμπωσε στα γρήγορα το πουκάμισο, ύστερα το παντελόνι και τον τράβηξε με όση δύναμη διέθετε εκείνη τη στιγμή στο κρεβάτι της. ΄Ελα, του λέει για τελευταία φορά, δεν αντέχω άλλο, βάλτον μέσα να τελειώνουμε.
΄Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που ο Αντώνης δεν πρόλαβε να καταλάβει καλά – καλά τι γινόταν, όταν συνήλθε όμως και συνειδητοποίησε αμέσως ότι το σφριγηλό του πέος εκινείτο παλινδρομικώς μέσα στο ζεστό αιδοίο της γυναίκας, ένιωσε ότι ήταν αργά πια για να τραβηχτεί, δεν τόθελε, άλλωστε, ήταν τόσο ηδονικές οι κινήσεις της γυναίκας που τον τρέλαινε, χύσε, σχεδόν τον πρόσταξε, χύσε σου λέω, μην αργείς, κι άρχισε να κινείται σε πιο γρήγορους ρυθμούς νιώθοντας το παχύρρευστο υγρό του να την πλημμυρίζει και το σκληρό του πέος να σπαρταράει από ηδονή.
Σε λίγο είχαν τα πάντα ηρεμήσει. Να ξανάρθεις, του ψιθύρισε την ώρα που ντυνόταν, θα σε ειδοποιήσω εγώ όμως πότε και πρόσεχε, κακομοίρη μου, τσιμουδιά σε κανέναν, για ό,τι έγινε κανείς δεν πρέπει να μάθει τίποτα ποτέ.

------------------------------------------

Εντάξει; Τον ρώτησε κοιτώντας τον κατάματα με το διαπεραστικό του βλέμμα ο κύριος Θανάσης, όχι, δεν το λέω σε σένα, Χρήστο, στον υδραυλικό το λέω που μόλις επιδιόρθωσε μια ζημιά στο σπίτι μου. Μα τι πρόστυχα πράματα που είναι οι βρύσες σήμερα, με το παραμικρό χαλάνε, άντε γεια σου τώρα, ολοκλήρωσε κλείνοντας το τηλέφωνο, θα τα ξαναπούμε μια άλλη φορά, πρέπει να πληρώσω το παιδί!
Εντάξει, απάντησε ο Αντώνης. Ωραία, του είπε ο κύριος Θανάσης, πάρτο για τον κόπο σου και του έτεινε ένα πεντοχίλιαρο, μα είναι πολύ, του αντέτεινε ο Αντώνης, όχι, πάρτο, δεν είναι τίποτα, έκανες τόσο κόπο, μπορεί, άλλωστε, να χρειαστεί να ξανάρθεις, αυτά χαλάνε τόσο εύκολα στις μέρες μας, δεν μπορείς να έρχεσαι συνέχεια δωρεάν.

Ανδρέας Φουσκαρίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου