Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Καβαλάρηδες του Ουρανού

Του Ανδρέα Φουσκαρίνη


Στα χάνια κανείς δεν σταματάει πια για να ταΐσει τ’ άλογά του, να φάει και να κοιμηθεί τινάζοντας με απέχθεια από πάνω του την κούραση μιας μέρας που πέρασε εν αγνοία του. ΄Άλλωστε, χάνια δεν υπάρχουν σήμερα, αντικαταστάθηκαν επιτυχώς από άλλου είδους καθιδρύματα.
΄Έτσι ο διαβάτης στέκεται λίγα μόνο λεπτά της ώρας στα επί τούτω ιδρυθέντα καταστήματα στις στροφές των εθνικών οδών, πίνει με απόλαυση το γλυκύ βραστό του ή τον μέτριο, καπνίζει αρειμανίως το τσιγάρο του και ατενίζει με βλέμμα απλανές τους μακρινούς ορίζοντες των λογισμών του, τους οποίους στην πραγματικότητα δεν βλέπει σχεδόν ποτέ, γιατί είναι πάντα αφηρημένος και αδιάφορος, άλλα τραβούν την προσοχή του, το οδόστρωμα και οι στροφές ή τα χιλιόμετρα που καταπίνει καθημερινά η μηχανή του. ΄Ύστερα, την καβαλάει με επιδεξιότητα ιππότη και χάνεται από τα μάτια σου, για πάντα ίσως, μοναχικός καβαλάρης του παρόντος και αθεράπευτος εχθρός του μέλλοντος.
Σχεδόν πάντα, στη στροφή του δρόμου, τον περιμένει ο θάνατος ή μια γκομενίτσα. Για τον ίδιο η διάζευξη δεν σημαίνει και πολλά. Με την ίδια διάθεση, την ίδια προθυμία με την οποία μπορεί να πλαγιάσει με τη γκομενίτσα, στα διάκενα της ευθύγραμμης πορείας του χρόνου του, με την ίδια ακριβώς εναγκαλίζεται και τον θάνατο που τον παραμονεύει, σίγουρος πάντα για την τελική κατάληξη του ταξιδιού του. Γι’ αυτόν ο έρωτας δεν είναι τίποτα, μια πράξη από συνήθεια και ανάγκη μόνο, κάποτε από βαριεστιμάρα και ανία, που την επιτελεί μηχανικά και με τα μάτια στους δείχτες του ρολογιού του γιατί συνέχεια βιάζεται και το σπουδαίο είναι να σφίγγει τα ρωμαλέα σκέλη του με ηδονή στη σέλα του μηχανικού αλόγου του και να βυθίζεται στα σύννεφα, αλλόκοτος καβαλάρης του Ουρανού.
Κοιτάζει πάντοτε μπροστά, κάθε άλλη κατεύθυνση την αγνοεί, όπως και κάθε παρέκκλιση απ’ την πορεία του, δεν είναι άντρας ή γυναίκα, είναι άγγελος ασώματος και διαφανής που τόσκασε απ’ τη φωλιά του και τώρα ήρθε η ώρα να επιστρέψει νικητής, τροπαιοφόρος, αιώνιος καβαλάρης του σύμπαντος κι αυτό του φτάνει, δεν δέχεται άλλη ιδιότητα ή χαρακτηρισμό, βυθίζει τα σπιρούνια του στα πλευρά του αλόγου του με πάθος αληθινό και τρυφερότητα, όπως, ενδεχομένως, κάποιος άλλος το πέος του στο μαλακό αιδοίο τρυφερής παρθένας και νιώθει απέραντα ευτυχισμένος γι’ αυτό κι αυτό τον υπακούει και καλπάζει ασταμάτητα αφήνοντας πίσω του τη μαύρη γραμμή του θανάτου. Είναι απολύτως φυσικό λοιπόν να αποφεύγει επιμελώς το πλήθος, ποτέ δεν θα τον δείτε με παρέα στα γήπεδα και τις συγκεντρώσεις ή σε συναυλίες λαϊκής μουσικής κι αν χορέψει, χορεύει μόνο ζεϊμπέκικο ή ροκ εν ρολ, μοναχικά κι απόκοσμα.
Ο Τέλης, ο Τάκης, ο Νώντας, ο Τρύφωνας, ο Θάνος. Αυτή είναι εν τέλει η ζωή τους. ΄Έτσι ζουν. Η ιστορία του ενός είναι η ιστορία και του άλλου, η ιστορία όλων. Δεν υπάρχουν διαφορές ή ιδιαιτερότητες. ΄Η μάλλον υπάρχουν αλλά ελάχιστες κι ασήμαντες. Είναι πνεύματα αγαπημένα που την κατάλληλη στιγμή χάνουν ολοσχερώς το γήινο περίβλημά τους και κόβουν την ανάσα των φιλήσυχων ανθρώπων που καθημερινά χτυπούν την κάρτα στη δουλειά τους αγόγγυστα κι αδιαμαρτύρητα.
Μια πιθανή αφήγηση λοιπόν δεν είναι δυνατόν να περιλάβει ατομικά χαρακτηριστικά κι ασήμαντες λεπτομέρειες για να γεμίσει τα κενά της γι’ αυτό και μένουμε στην περιγραφή γιατί αυτή και μόνο αυτή δηλώνει και σημαίνει τα πάντα, όπως ακριβώς και οι καμπάνες των εκκλησιών ηχούν στις διάφορες περιστάσεις της ανθρώπινης ζωής με τον ιδιαίτερο ήχο τους κάθε φορά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου